-->ΣΚΑΛΙΖΟΝΤΑΣ ΤΙΣ ΜΝΗΜΕΣ ΜΟΥ, μεγάλη επιτυχία και αναγνώριση για την προσπάθεια μας έρχεται τις επόμενες ημέρες. -->Το kerkinitoday, είναι η ηλεκτρονική εφημερίδα ενός "άλλου" κόσμου από την καρδιά της Κερκίνης -->

Παρασκευή, 18 Αυγούστου 2017

Μια μέρα θα γυρίσει

Έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που η Ευθυμία απολάμβανε την απλή καθημερινότητα με τους φίλους της, από τότε που δεν την ενδιέφερε να γνωρίσει κάποιον. Έχει περάσει τόσος καιρός που πλέον ούτε η ίδια δε θυμάται καλά-καλά πώς ήταν η ζωή της πριν γνωρίσει εκείνον. Εκείνον που ήρθε, για ν’ αλλάξει κάθε δεδομένο, για ν’ ανατρέψει κάθε ισορροπία.
Ήταν το αγόρι της καλύτερής της φίλης, το «μεγάλο απωθημένο» της, με το οποίο επιτέλους, τα είχε ξαναβρεί. Κάπως έτσι άρχισαν να κάνουν παρέα, κάπως έτσι ξεκίνησε η γνωριμία τους. Βγαίνανε όλοι μαζί και περνούσαν πολύ όμορφα, μέχρι που η φίλη της άλλαξε στάση. Σταδιακά, έγινε ψυχρή κι απόμακρη, άρχισε ν’ αποφεύγει τις εξόδους μαζί τους, αδιαφορούσε τόσο για εκείνη, όσο και για το αγόρι της. Όσο και να προσπάθησε η Ευθυμία να σώσει αυτή τη σχέση, δεν τα κατάφερε.
Η συμπεριφορά της καλύτερής της φίλης την πόνεσε πολύ. Δεν καταλάβαινε τι την είχε απομακρύνει από κοντά τους, γιατί δεν απολάμβανε όλα τα όμορφα που της συνέβαιναν. Είχε ένα υπέροχο αγόρι και μια κολλητή που την αγαπούσε κι ήθελε να τη βλέπει ευτυχισμένη. Τι της έλειπε; Γιατί τους φερόταν έτσι;

Όσο όμως κι αν τη βασάνιζαν αυτές οι σκέψεις και τα ερωτηματικά, δεν μπορούσε να κλείσει τα μάτια της μπροστά σε αυτό που γεννιόταν μέρα με τη μέρα. Δεν μπορούσε να μη χαρεί αυτό το αναπάντεχο, αλλά τόσο όμορφο που της συνέβαινε!
Έχασε εκείνη, αλλά βρήκε εκείνον! Έναν φίλο με τον οποίο μπορούσε να είναι ανοιχτή, ειλικρινής, ελεύθερη. Μ’ εκείνον μπορούσε να είναι αυθεντική, σ’ εκείνον μπορούσε να εμπιστευτεί τα πάντα. Με το πέρασμα του χρόνου γινόταν ο δικός της άνθρωπος, αυτός που την πρόσεχε σαν τα μάτια του, που την έκανε να νιώθει ξεχωριστή, που δεν είχε μάτια γι’ άλλη.
Πόσο σπουδαίο, πόσο υπέροχο μπορεί να ήταν αυτό για εκείνη που μέχρι τότε έβλεπε την –πρώην– καλύτερή της φίλη να τραβάει όλα τα βλέμματα κι όλο το ενδιαφέρον όσων γνώριζαν μαζί!
Και πώς θα μπορούσε, άραγε, να μην τον ερωτευτεί; Πώς θα μπορούσε να το ελέγξει; Μέρα με τη μέρα τα συναισθήματά της γίνονταν όλο και πιο βαθιά, όλο και πιο έντονα. Πάλευε να κρύψει όσα ένιωθε, πάλευε να μην αφήσει το χείμαρρο να ξεχυθεί, φοβόταν ότι θα τον τρόμαζε, ότι θα τον έχανε. Τα κράταγε όλα μέσα της, ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή θα καταλήγανε μαζί.
Ξαφνικά, όμως, εκείνος εξαφανίστηκε. Σταμάτησε ν’ απαντάει στις κλήσεις της, χάθηκε απ’ τη ζωή της και την άφησε γεμάτη θλίψη κι ερωτηματικά. Μήπως είχε καταλάβει κάτι; Μήπως είχε κάνει κάτι που τον πείραξε; Ήταν καλά; Τελικά, έμαθε ότι είχε κάνει μια σχέση. Είχε χαθεί, γιατί γνώρισε κάποια άλλη. Το σοκ, η απογοήτευση κι ο θυμός που αισθάνθηκε δεν περιγράφονταν με λόγια.
Δεν μπορούσε να χαρεί για εκείνον, δεν μπορούσε ν’ αγνοήσει την πικρία που της προκαλούσε η προδοσία του, η απροειδοποίητη και δειλή φυγή του. Δεν μπορούσε καν να βρει τη δύναμη και τη διάθεση να τον προειδοποιήσει για το καινούριο του αίσθημα, που, σύμφωνα με τις πληροφορίες της, δεν τον ήθελε πραγματικά, έπαιζε μαζί του.
Ήταν άδεια. Ο ίδιος άνθρωπος που τόσο καιρό τη γέμιζε χαρά, ελπίδα, όνειρα κι αυτοπεποίθηση, μέσα σε μια στιγμή της τα είχε πάρει όλα πίσω. Δεν άντεχε να το πιστέψει, ήταν ένα κακό όνειρο και θα ξυπνούσε, δεν μπορεί.
Η σχέση του κράτησε ένα μήνα κι όταν έληξε, εκείνος επέστρεψε! Γύρισε μετανιωμένος κι εκείνη τον δέχτηκε με την καρδιά της να πετάει στα σύννεφα και τη λογική της να προσπαθεί –μάταια– να την προσγειώσει στην πραγματικότητα. «Αφού έχει φύγει μία φορά, τι θα τον εμποδίσει να το ξανακάνει;» της ψιθύριζε μια κακιά φωνούλα στο μυαλό της κι εκείνη τη φίμωνε όσο πιο καλά μπορούσε, «σώπα», της έλεγε, «άσε με να τον ζήσω λίγο, μη μου το χαλάς».
Έφτασε το καλοκαίρι κι οι συνθήκες τους χώρισαν για λίγο. Εκείνος ήξερε, πλέον, τα συναισθήματά της και χρειαζόταν χρόνο να τακτοποιήσει τις σκέψεις του και ν’ αναμετρηθεί με τις ενοχές του. Έτσι της είπε, δηλαδή, κι εκείνη τον πίστεψε, γιατί είχε ανάγκη να τον πιστέψει, είχε ανάγκη να πιαστεί απ’ τα λόγια του. Χάρη στην τεχνολογία, διατήρησαν την επικοινωνία τους και το φθινόπωρο έφτασε, φορτωμένο με όνειρα και προσδοκίες.
Κι οι δυο τους βρέθηκαν, επιτέλους, να μιλάνε από κοντά κι όχι μέσω facebook κι εκείνη βρέθηκε τρελά ερωτευμένη, απόλυτα ευτυχισμένη,  να προσπαθεί να «ρουφήξει» κάθε στιγμή μαζί του, να κρατήσει κάθε του λέξη, κάθε του βλέμμα, κάθε του άγγιγμα. Να φυλάξει τη μυρωδιά του, να τον έχει πάντα μαζί της, να μην μπορεί κανείς και τίποτα να της τον πάρει. Η κακιά φωνούλα στο μυαλό της είχε πέσει σε βαθύ ύπνο και τίποτα δεν προμήνυε την τροπή που θα έπαιρναν τα πράγματα λίγο καιρό αργότερα.
Οι λέξεις του, το χαμόγελό του, η μυρωδιά του, οι δικές τους στιγμές, έγιναν τα ενθύμια που της άφησε, όταν γνώρισε την καινούρια του αγάπη, εκείνη, που τον πήρε μακριά της. Έγιναν αυτά που έμειναν πίσω, για να τον ζωντανεύουν μπροστά στα μάτια της, κάθε φορά που επιχειρεί να τον αφήσει πίσω. Με αυτά ξυπνάει και κοιμάται τους τελευταίους έξι μήνες. Με αυτά και με την ελπίδα ότι εκείνος θα ξαναγυρίσει, όσο χαρούμενος κι αν δείχνει στις φωτογραφίες με την άλλη.
Της λείπει κάθε μέρα, την πονάνε οι υποσχέσεις που δεν κρατήθηκαν, τα όνειρα που δεν έγιναν πραγματικότητα, της λείπει εκείνος και μόνο. Κανείς απ’ όσους την πλησιάζουν δε μοιάζει ικανός να καλύψει το κενό της απουσίας του, κανείς δεν είναι σαν αυτόν.
Κι όσο κι αν την πληγώνει η επιλογή του, περιμένει. Τον περιμένει. «Μια μέρα», σκέφτεται, «θα καταλάβει». Και γράφει και σβήνει όσα θα ήθελε να του πει: «Αν δεν περιμένω εσένα, ποιον θα περιμένω; Κι αν δε γυρίσεις σ’ εμένα, σε ποια θα γυρίσεις;»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου