-->Έχει αρχίσει να λειτουργεί η νέα ετικέτα με φωτογραφίες από αγώνες του Διαγόρα για το 2016-2017 --> Στην ετικέτα ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ, έχει προστεθεί η ενότητα ΣΚΑΛΙΖΟΝΤΑΣ ΤΙΣ ΜΝΗΜΕΣ ΜΟΥ, όπου και μπορείτε να βρείτε όλες τις φωτογραφίες και τα βίντεο που είναι σχετικά με το χωριό μας. -->Το kerkinitoday, είναι η ηλεκτρονική εφημερίδα ενός "άλλου" κόσμου από την καρδιά της Κερκίνης -->

Το χωριό μας


Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΜΑΣ

Από το 1910 στην τότε Κοινότητα Μπούτκοβου διοικητικά ανήκαν οι οικισμοί, Λιπός (χ), Τσαϊρ Μαχαλάς (τ), Λοζίστα (τ), Μπούτκοβο Τζουμά (τ), Κραν Μαχ (τ), Σταρός (χ), Δελή Χασάν (χ), Μανιτάρι (χ), Κογχύλια (χ), Θοδωρίτσι (μ), Γενή Μαχαλά (μ).
Η λίμνη Κερκίνη δημιουργήθηκε το 1932 με μία σειρά έργων που ανέθεσε η κυβέρνηση Βενιζέλου στην εταιρία Ulen. 



Oι πρώτοι κάτοικοι το 1510 ήρθαν από το Μαυροβούνι που βρίσκεται στην νότια μεριά της σημερινής λίμνης και βρέχεται από αυτήν.
Κατοικούσαν στην τοποθεσία Γενή Μαχαλά (Μεγάλο Ρέμα), περίπου 6χιλ. από την σημερινή Κερκίνη, κατέβηκαν στην πεδιάδα και έχτισαν καλύβες κοντά στη λίμνη, τις οποίες κατασκεύαζαν με λάσπη, ψαθιά και καλάμια, όπως άλλωστε και στην αρχαιότητα.
Ήταν Χριστιανοί με κύρια ασχολία το ψάρεμα και ονόμασαν το νέο οικισμό που προέκυψε από όλες τις συνενώσεις Πόντοβο.

Οι επόμενοι πληθυσμοί Χριστιανών που ήρθαν και εγκαταστάθηκαν εδώ το 1790, ήταν προβατάρηδες προερχόμενοι από το όρος Καλπάκι της Ηπείρου, για να βοσκήσουν τα ζωντανά τους μια και η γη εδώ ήταν πλούσια σε πεδιάδες και νερά.
Το 1820 ήρθαν οι Τούρκοι και άλλαξαν το όνομα του χωριού και το ονόμασαν Μπούτκοβο (τόπος λάσπης).
Η μεγάλη εμπορική δραστηριότητα το τόπου οδήγησε εδώ νέους κατοίκους από τα χωριά της Καστοριάς, με κύρια ασχολία το εμπόριο.
Όλοι αυτοί που παρέμειναν μέχρι και σήμερα ονομάστηκαν Ντόπιοι (Γηγενείς). Το 1919 το Ελληνικό Κράτος αναγνωρίζει την κοινότητα Μπούτκοβου με τότε πληθυσμό 1780 κατοίκους και αποτελούμενη από 18 μικρούς περιμετρικούς οικισμούς.
Οι ανακατατάξεις των Βαλκανικών πολέμων οδηγούν στην φυγή των Τούρκων το ‘13 και την εγκατάσταση στην περιοχή των Θρακιωτών και των Ποντίων.
Μετά την Μικρασιάτική καταστροφή του ’22, αποτέλεσμα ήταν την πενταετία 1950 – 1955 όλοι οι περιμετρικοί οικισμοί να αφήσουν τα χωριά τους και να έρθουν να κατοικήσουν στην Κερκίνη.
Καθώς η γη γύρω από την λίμνη ήταν πλούσια, ο τόπος έγινε γρήγορα εμπορικό κέντρο συναλλαγών για τα γύρω χωριά.

 

Στο θέμα της παράδοσης το χωριό της Κερκίνης έχει μία έντονη παρουσία, μια που η πανσπερμία των φυλών έφερε διάφορα ήθη και έθιμα που κάποια από αυτά σώζονται μέχρι και σήμερα αναλλοίωτα από τον χρόνο.

Οι γηγενείς φορούσαν πάντα μαύρα.

Είχαν και έχουν ένα έθιμο μέχρι και σήμερα: την ημέρα του Αγίου Πνεύματος να γίνεται πάλη και να τρέχουν τα άλογα.
Στην περίοδο της Τουρκοκρατίας αυτό λειτούργησε ανταγωνιστικά και ο κάθε αγωνιστής θεωρούσε μεγάλη τιμή του να εκπροσωπεί τη δική του κοινότητα, τη δική του θρησκεία.
Οι Θράκες έφεραν το καρναβάλι και τα Αναστενάρια, στην Κερκίνη.
Σήμερα σώζονται και τα δύο με ειδική λαμπρότητα, κυρίως τα αναστενάρια.
Οι Πόντιοι έφεραν το τσούγκρισμα των αυγών και την ιδιαίτερη αγάπη για τους χορούς τους, αγάπη που παραμένει άσβεστη ακόμα και στις μέρες μας.
Ενώ η λίμνη έδινε ζωή και τροφή επηρεάζοντας τις επαγγελματικές δραστηριότητες των κατοίκων, γεωργία, κτηνοτροφία και αλιεία, δεν έχει καταγραφεί κάποιο έθιμο που να έχει άμεση σχέση με αυτήν.

Τα νεότερα χρόνια έφεραν την αμφισβήτηση και την παρακμή για το χωριό της Κερκίνης.
Κυρίως λόγω της παλινδρόμησης του Δημοσίου, για την τελική έκταση της λίμνης. 
Το 1975 αποφασίζεται η επαναδημιουργία του συμπλέγματος Κερκίνης Στρυμόνα, με μία σειρά από νέες διευθετήσεις, για να μην πραγματοποιηθεί η ανύψωση των ήδη υπαρχόντων αναχωμάτων που υπήρχαν μέχρι τότε.
Σε πρώτη φάση, αποφασίζεται η μετεγκατάσταση του χωριού της Κερκίνης σε έκταση που ορίστηκε από το Ελληνικό Δημόσιο αλλά δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.
Τελικώς, αποφασίζεται η παραμονή του χωριού στη σημερινή του θέση και η ανύψωση των αναχωμάτων (ευθύνη τοπικών κομματικών παραγόντων).
Τ' αποτελέσματα όλων αυτών των ενεργειών εκείνη την εποχή αποτέλεσαν τροχοπέδη στην εξέλιξη της Κερκίνης μια και κράτησαν το χωριό μακριά απ' οποιονδήποτε Κρατικό σχεδιασμό μια που ακόμα και σήμερα θεωρείται μετέωρη η παραμονή του σε αυτή τη θέση. 
Μια θέση που είναι μέχρι σήμερα και θα είναι δια παντός συνδεδεμένη με τις διαθέσεις παροχής νερού του ποταμού μέσα στη λίμνη.


Παραδοσιακή πάλη 


Παραδοσιακοί χοροί


Σχολικές επιδείξεις

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΚΕΡΚΙΝΗΣ

Της Θεοδώρας Γιαννίτση

Έρευνα για το kerkinitoday: Μιχάλης Μουρατίδης



Πριν την ιστορική ανάλυση προέλευσης του ονόματος Κερκίνη, οφείλουμε να σας ζητήσουμε να επεξεργαστείτε τους 2 παραπάνω χάρτες.  

Οι πρώτοι Έλληνες εγκαθίστανται στα παράλια της Mαύρης Θάλασσας από την αρχαιότητα.
Ο Όμηρος, για παράδειγμα, αναφέρει την ύπαρξη στην Ταυρίδα ενός κρατιδίου, που το όριζε ο Θόας.
Οι Έλληνες, έχοντας εκδηλώσει ενδιαφέρον για τις περιοχές της Μαύρης Θάλασσας, που διατηρούν πλούσια κοιτάσματα χρυσού και άλλων μετάλλων και με τις οποίες έχουν αναπτύξει εμπορικές σχέσεις, ξεκινώντας από τον 8ο αι. π.χ., αλλά, κυρίως κατά την περίοδο του μεγάλου εποικισμού (6ος-5ος αι. π.χ.), δημιουργούν αποικίες, που τις ιδρύουν μέτοικοι από τα παράλια της Μικράς Ασίας και των νησιών του Αρχιπελάγους.


Τις πρώτες αποικίες τους ίδρυσαν (τον 8ο αι. π.χ.) η Μίλητος και τα Μέγαρα: τη Σινώπη, την Αμισό, την Τραπεζούντα, την Κερασούντα κ.λπ. στα νότια παράλια της Μαύρης Θάλασσας, την Ίστρια, την Απολλωνία, την Οδησσό στα δυτικά, τη Θεοδοσία, την Όλβια, τον Κερκινίτη, τη Χερσόνησο, τα θυρά, το Ποντικάπαιον, το Νυμφαίον, την Κερκίνη, τη Φαναγορεία στα βόρεια παράλια του Ευξείνου Πόντου, τη Φάση, τη Διοσκουριάδα, την Πιτυούντα, τη Γοργιππία στα ανατολικά (ή και παρακαυκάσια) παράλια του Ευξείνου Πόντου.
Όλες μαζί οι πόλεις αυτές, που ιδρύονται ανάμεσα στον 8ο και τον 5ο αι. π.χ., ξεπερνούν συνολικά τις 75.
Μερικές από τις αποικίες αυτές, όπως η Χερσόνησος και η Θεοδοσία, διατηρούνται και κατά την περίοδο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Λόγω της γεωγραφικής τους θέσης και της σημασίας τους για τη φύλαξη των συνόρων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, οι πόλεις αυτές διατηρούν στενούς δεσμούς με την Κωνσταντινούπολη, την Τραπεζούντα και άλλες μικρασιατικές πόλεις.
Η πορεία του ελληνικού πληθυσμού μέσα από τις ακατοίκητες στέπες της Νότιας Ρωσίας καταλήγει στις όχθες του ποταμού Κάλμιου, που εκβάλλει στην Αζοφική, όπου και ιδρύθηκε η πόλη Μαριούπολη, αφιερωμένη στην Παναγία που τον προστάτεψε κατά τη διάρκεια της περιπλάνησής του. 
Τα ανωτέρω έχουν ως αποτέλεσμα την οικονομική αποδυνάμωση της Κριμαίας, της οποίας τα έσοδα από την αμπελουργία και τις λοιπές δραστηριότητες και ασχολίες του ορθόδοξου πληθυσμού της συρρικνώνονται σημαντικά. 
Το 1784, μετά την εγκατάλειψη της χερσονήσου της Κερσούντας από τους Τατάρους και την ολοκληρωτική ενοποίηση της Κριμαίας με τη Ρωσία, ο ελληνικός πληθυσμός επιστρέφει στο Κερτς, ανάμεσα στον οποίο και εκείνοι οι Έλληνες, που κατά τη διάρκεια του ρωσοτουρκικού πολέμου του 1768-1774 συνέταξαν το “Αλβανικό Τάγμα”, το οποίο εγκαταστάθηκε στο Ταγκανρόγκ και πολέμησε στο πλευρό της Ρωσίας.
Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, το γεγονός ότι η Ρωσία πρότεινε στο Αλβανικό Τάγμα να εγκατασταθεί στη χερσόνησο του Κερτς.
Σύμφωνα με την Ειρήνη του Κουτσούκ Καϊναρτζή τα φρούρια “Κερτς” και “Γενικαλέ” πέρασαν στην κυριαρχία του ρωσικού στρατού, γεγονός που επέτρεπε στη Ρωσική Αυτοκρατορία την αξιοποίηση τόσο της Αζοφικής όσο και της Μαύρης Θάλασσας, καθώς και της χερσονήσου του Κερτς ως σημείου εκκίνησης προς το εσωτερικό της Κριμαίας.
Κατά τους νεότερους χρόνους, λοιπόν, η ελληνική διασπορά που διαμορφώνεται στην Ευρωπαϊκή Ρωσία προέρχεται από διάφορα τμήματα της βαλκανικής, από τις νήσους του Αρχιπελάγους (Αιγαίο Πέλαγος) και από τη Μικρά Ασία.
Το μεγαλύτερο μεταναστευτικό κύμα παρατηρείται στα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αι., ιδίως κατά την περίοδο των ρωσοτουρκικών πολέμων των ετών 1768-1774 και 1788-1792, με αποτέλεσμα την εμφάνιση ελληνικών οικισμών σε μία ζώνη που εκτίνεται από το Ιζμαήλ και τη Βεσσαραβία από τα δυτικά μέχρι το Ταγκανρόγκ και το Rostov-on-Don στα Ανατολικά.
Ιστορικοί εκτιμούν ότι οι Έλληνες, που σήμερα ζουν στα βόρεια παράλια της Αζοφικής Θάλασσας, είναι απόγονοι των εποικιστών της αρχαιότητας.
Οι πρόγονοί τους μετοίκησαν στη Χερσόνησο της Κριμαίας από την Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας. Το 1779 μεταφέρθησαν, μαζί με τον υπόλοιπο χριστιανικό της Κριμαίας, στην Αζοφική, όπου εξακολουθούν να διαβιούν και σήμερα.
Αρκετοί Έλληνες εγκαθίστανται στην πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας, την Αγία Πετρούπολη, υπηρετούν στη ρωσική δημόσια διοίκηση και το ρωσικό στρατό, αποκτώντας τίτλους ευγενείας. Λόγω της έντονης διείσδυσης στη ρωσική κοινωνία, ο ελληνικός πληθυσμός της ευρωπαϊκής κυρίως Ρωσίας έχει σε μεγάλο βαθμό αναμειχθεί με το ρωσικό και ουκρανικό στοιχείο, με εξαίρεση ίσως τον πληθυσμό των παραλίων της Μαύρης Θάλασσας και της Αζοφικής.
Οι Έλληνες, αντίθετα, που κατοικούν στις περιοχές του Βορείου Καυκάσου και του Αντικαυκάσου, λόγω του ότι πολιτισμικά διαφοροποιούνται από το γηγενές στοιχείο, κατόρθωσαν σε μεγαλύτερο βαθμό να διατηρήσουν την ταυτότητά τους.
Στην περιοχή του Αντικαυκάσου ο εποικισμός από ελληνικό πληθυσμό ξεκινά κατά το 2ο-1ο αι. π.χ. και συνεχίζεται μέχρι τον 13ο αι. μ.Χ. (μέχρι την κατάκτηση της περιοχής από τους Σελτζούκους Τούρκους).
Η πλειοψηφία των Ελλήνων αποτελούν πρόσφυγες από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, αυτοαποκαλούνται «Ρωμιοί» και ομιλούν τη νεοελληνική, ενώ ένα άλλο τμήμα του ελληνικού πληθυσμού ομιλεί την τουρκική και αυτοαποκαλείται «ουρούμοι».
Την περίοδο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ο ελληνικός πληθυσμός της Τραπεζούντας μετακινήθηκε στην Υπερκαυκασία (κατά κύριο λόγο στην Ατζάρια), στο Βόρειο Καύκασο, την Κριμαία.
Ο πληθυσμός αυτός αυτοαποκαλείται «Πόντιοι» και ομιλεί την ποντιακή διάλεκτο.
Το 1917 ιδρύεται η Κεντρική Ένωση Ποντίων Ελλήνων με έδρα το Αικατερινοντάρ, που έθετε ως στόχο της τη δημιουργία ανεξάρτητης Ποντιακής Δημοκρατίας, μετά, ωστόσο, την ίδρυση της Ε.Σ.Σ.Δ. το 1922, η ιδέα αυτή ναυαγεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου