--> Από την καρδιά της Κερκίνης, δεν σταματά η προσπάθεια μας, να φέρουμε τους Κερκινιώτες του κόσμου νοερά κοντά στον τόπο τους...-->

Τρίτη, 8 Μαΐου 2018

Η ΑΛΕΠΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΨΕΜΑ


Από τις άπειρες ιστορίες της αλεπούς που διάβασα ή άκουσα, μία ξεχώρισα και την μοιράζομαι μαζί σας. Ένας χωρικός συνάντησε μια μέρα δυο παιδιά που χτυπούσαν ένα φίδι να το σκοτώσουν. Τα μάλωσε τα παιδιά, πήρε το τραυματισμένο φίδι σπίτι του, το περιποιήθηκε και σε λίγες μέρες το έκανε καλά.
Κάποιο μεσημέρι, όπως ξάπλωσε ο χωρικός να κοιμηθεί, τον πλησιάζει το φίδι, τυλίγεται στο λαιμό του και προσπαθεί να τον πνίξει.
Ξαφνιάζεται ο χωρικός, βάζει τις φωνές, διαμαρτύρεται για την αχαριστία του φιδιού. «Βρε εμένα που σ’ έσωσα πας να σκοτώσεις??».
Το φίδι επέμενε να τον πνίξει κι ο χωρικός το παρακάλεσε να πάνε πρώτα να κριθούνε για το δίκιο τους κι ανάλογα με την κρίση να γίνει ότι είναι να γίνει. Δέχτηκε το φίδι.
   
Πάνε λοιπόν και βρίσκουν τον γάιδαρο και του λεν τα καθέκαστα. Ο γάιδαρος έβγαλε αμέσως την απόφαση. «Να τον πνίξεις!!!!, δε θα σε κατακρίνει κανείς. Εγώ του δουλεύω μέρα νύχτα στο λόγγο, στο χωράφι, στο μύλο, στο παζάρι, στο βουνό, παντού… κι αυτός ο αχάριστος σακάτεψε το κορμί μου με την μαγκούρα».
«Να πάμε σε άλλο κριτή», ζήτησε ο άνθρωπος, «ο γάιδαρος έχει μίσος για εμένα» και το φίδι δέχτηκε. 
Βρίσκουν λοιπόν το βόδι και του εκθέτουν την διαφορά τους για να τους κρίνει. «Να τον πνίξεις!!! Λέει αδίστακτα το βόδι. Εμάς μας έχει στο ζυγό ολόκληρη ζωή. Του οργώνουμε τα σιτάρια κι όταν γεράσουμε μας σφάζει για να βγάλει διάφορα από τη σάρκα και το τομάρι μας. Τόσο σκληρός και απαίσιος είναι».  
«Τίποτα!!!», φωνάζει ο χωρικός, όλοι αυτοί με εχθρεύονται άδικα. Θα πάμε κι αλλού να κριθούμε. Δέχτηκε πάλι το φίδι. Πάνε, πάνε, και συναντούν την αλεπού.

Λένε και σ’ αυτή την υπόθεση, αλλά με τρόπο ο χωρικός της κάνει νόημα πως αν τον βοηθήσει θα της πάει πεσκέσι μια κλώσα με τα πουλιά της. Η αλεπού, δικαίωσε τον άνθρωπο. «Ποτέ δεν πρέπει – είπε στο φίδι – να ξεχνάμε την ευεργεσία. Αυτό είναι νόμος στο βασίλειο μας».
Μετά από αυτό γλύτωσε ο χωρικός. Πάει λοιπόν στη γυναίκα του και διηγείται το πάθημα του. «Ετοίμασε τώρα, της λέει, την κλώσα με τα πουλιά της, βαλ’ τα σ’ ένα τσουβάλι να τα πάω στην αλεπού όπως το έταξα».
Η γυναίκα όμως, ήτανε καμένη από την Κυρά Μάρω, τη μισούσε και γι’ αυτό αντί για την κλώσα με τα πουλιά έβαλε στο σακί την σκύλα με τα κουτάβια της.
Το παίρνει ο άντρας της και το πάει στην αλεπού. Καχύποπτη αυτή όπως είναι πάντα στάθηκε από μακριά για την παραλαβή του δώρου της. Η κίνηση της αυτή την έσωσε από τα σκυλιά που χύμηξαν κατά πάνω της σαν άνοιξε ο άντρας το τσουβάλι.
Όταν μετά από πολύ τρέξιμο βρέθηκε μακριά φώναξε: «καλά να πάθω. Τι ήθελα να κάνω εγώ τον δικαστή».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου