--> Από την καρδιά της Κερκίνης, δεν σταματά η προσπάθεια μας, να φέρουμε τους Κερκινιώτες του κόσμου νοερά κοντά στον τόπο τους...-->

Σάββατο, 21 Ιουλίου 2018

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΗΤΑΝ ΜΟΝΑ


Η μητέρα τους είχε φύγει από νωρίς το πρωί και τα είχε αφήσει στη μαρίνα, μια νέα δεκαοχτώ χρόνων, την οποία έπαιρνε κάποιες φορές για λίγες ώρες προκειμένου να τα προσέχει με αντάλλαγμα μερικά νομίσματα από τότε που είχε πεθάνει ο πατέρας, οι καιροί είχαν δυσκολέψει πολύ για να το ρισκάρει να λείψει από την δουλειά όταν η γιαγιά αρρώσταινε ή έλειπε από την πόλη.
Όταν ο φίλος της κοπέλας τηλεφώνησε για να της προτείνει μία βόλτα με το καινούργιο του αυτοκίνητο, η μαρίνα δεν δίστασε πολύ, άλλωστε, τα παιδιά κοιμούνταν όπως κάθε απόγευμα και δεν θα ξυπνούσαν πριν τις πέντε.
Μόλις άκουσε την κόρνα, άρπαξε την τσάντα της κι άφησε ανοιχτό το ακουστικό του τηλεφώνου, προνόησε να κλειδώσει την πόρτα του δωματίου και φύλαξε το κλειδί στην τσέπη της.
Δεν ήθελε να διακινδυνέψει να ξυπνούσε ο Πάντσο και να κατέβαινε τη σκάλα για να την ψάξει, γιατί, όπως και να 'χει, ήταν μόνο έξι χρόνων και με την παραμικρή απροσεξία μπορούσε να σκοντάψει και να χτυπήσει.
Επίσης, σκέφτηκε ότι αν συνέβαινε αυτό, δεν θα ήξερε πως να εξηγήσει στην μητέρα των παιδιών τον λόγο για τον οποίο ο μικρός Πάντσο δεν την είχε βρει στο σπίτι.
Ίσως να ήταν ένα βραχυκύκλωμα στην τηλεόραση ή κάποιο από τα φώτα του σαλονιού ή μπορεί μια φλόγα από τα καυσόξυλα - το θέμα είναι ότι όταν οι κουρτίνες άρχισαν να καίγονται - η φωτιά έφτασε γρήγορα στην ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στα υπνοδωμάτια.
Τον μικρό Πάντσο ξύπνησε ο βήχας του μωρού, εξαιτίας του καπνού που περνούσε κάτω από την πόρτα - χωρίς να το σκεφτεί πήδηξε απ' το κρεβάτι και πίεσε με δύναμη το πόμολο για ν' ανοίξει την πόρτα, αλλά δεν τα κατάφερε.
Όπως και να 'χει, ακόμα κι αν το είχε καταφέρει, οι φλόγες θα είχαν καταβροχθίσει τον ίδιο και τον λίγων μηνών αδελφό του σε ελάχιστα λεπτά.
Ο Πάντσο φώναξε την μαρίνα, αλλά κανείς δεν απάντησε στην έκκληση του, έτσι, έτρεξε στο τηλέφωνο του δωματίου, (αυτός ήξερε πως να παίρνει στο τηλέφωνο την μαμά του), αλλά δεν υπήρχε γραμμή.
Ο Πάντσο συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να βγάλει τον αδελφό του από 'κει μέσα, προσπάθησε να ανοίξει το παράθυρο που έβγαζε στο περβάζι, αλλά ήταν αδύνατο για τα μικρά του χέρια να λύσει την ασφάλεια όμως - ακόμα και αν το κατάφερνε - θα έπρεπε να κόψει το συρμάτινο πλέγμα που οι γονείς του είχαν βάλει για προστασία.
Όταν οι πυροσβέστες τελείωσαν με το σβήσιμο της φωτιάς, το θέμα συζήτησης όλων ήταν το ίδιο:
"Πως μπόρεσε αυτό το τόσο μικρό παιδί να σπάσει με μία κρεμάστρα το τζάμι και μετά την σήτα????"
"Πως μπόρεσε να φορτώσει το μωρό στο σακίδιο????"
"Πως μπόρεσε να περπατήσει στο περβάζι κουβαλώντας ένα τόσο σημαντικό βάρος και να κατέβει από το δέντρο????"
"Πως μπόρεσε να σώσει τη ζωή του αδελφού του και τη δική του????"
Ο ηλικιωμένος πυροσβέστης, άνθρωπος σοφός που όλοι σέβονταν, έδωσε την απάντηση:
"Ο μικρός Πάντσο ήταν μόνος.... δεν είχε κανέναν να του πει ότι δεν μπορούσε να κάνει όλα αυτά που έκανε".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου