--> Από την καρδιά της Κερκίνης, δεν σταματά η προσπάθεια μας, να φέρουμε τους Κερκινιώτες του κόσμου νοερά κοντά στον τόπο τους...

Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2019

Σέρρες - Η Ιστορία μας

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΣΕΡΡΩΝ
ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ – ΑΡΧΑΪΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ
ΜΥΘΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ
Από τους μυθικούς χρόνους ο ρόλος της περιοχής του Νομού Σερρών ήταν ενεργός. Διάσημος ήταν στον Νομό Σερρών κατά την εποχή αυτή ο Συλέας, βασιλιάς που ζούσε στην περιοχή του Παγγαίου. Λέγεται ότι ο Συλέας υποχρέωνε τους διαβάτες να δουλεύουν στους αμπελώνες του. Το ίδιο ήθελε να κάνει και με τον ήρωα Ηρακλή. Ο Ηρακλής όμως, αφού κατέστρεψε τους αμπελώνες του, σκότωσε τον Συλέα και την κόρη του Ξενοδίκη. Σ' ένα σατυρικό δράμα ο Ευριπίδης παρουσιάζει τον Ηρακλή να έχει πουληθεί ως δούλος στον Συλέα και όχι στην Ομφάλη, όπως συνήθως λέγεται. Τότε εκείνος έστειλε τον ήρωα στους αμπελώνες του, αλλά ο Ηρακλής κατέστρεψε όλα τα κτήματα, τα φορτώθηκε στους ώμους του και τα μετέφερε στα ανάκτορα του Συλέα. Εκεί σκότωσε τον καλύτερο ταύρο, άνοιξε το καλύτερο βαρέλι με κρασί, κατασκεύασε ένα τραπέζι στις πύλες των ανακτόρων και στη συνέχεια υποχρέωσε το Συλέα να τον σερβίρει.
Επίσης, κατά τη μυθολογία, πέρασε από τον Νομό Σερρών ο Ηρακλής, όταν επέστρεψε από τη Θράκη. Λέγεται ότι οι κάτοικοι τότε παραπονέθηκαν στον ήρωα για τις μεγάλες ζημιές που τους προκαλούσε ο ποταμός Στρυμόνας με τις συχνές πλημμύρες του. Ο Ηρακλής τότε διευθέτησε την κοίτη και απάλλαξε τους κατοίκους από τις φοβερές καταστροφές. Αυτός ήταν ο δέκατος άθλος του Ηρακλή.
Στον Νομό Σερρών τοποθετείται το Νύσιο πεδίο, όπου ο Πλούτωνας άρπαξε την κόρη της Δήμητρας, Περσεφόνη.

Κατά τον Απολλόδωρο τον Αθηναίο ο Λυκούργος, βασιλιάς των Ηδωνών, ενός λαού που κατοικούσε κοντά στο Στρυμόνα, είναι ο πρώτος που τόλμησε να διώξει το Διόνυσο από τη χώρα του. Ο Διόνυσος τότε κατέφυγε στη Νήριδα Θέτιδα, ενώ οι Βάκχες και οι Σάτυροι της ακολουθίας του αιχμαλωτίστηκαν από τους Ηδωνούς. Σύντομα όμως απελευθερώθηκαν χάρη στην επέμβαση του Θεού Διόνυσου, ο οποίος τιμωρώντας για την τόλμη του το Λυκούργο τον έκανε να παραλογισθεί. Κι ο βασιλιάς, παραλογισμένος, σκότωσε τον γιό του, Δρύαντα νομίζοντας ότι ήταν κλήμα του αμπέλου και τότε μόνο αυτοτιμωρούμενος ξαναβρήκε τα λογικά του.
Μετά απ' αυτό η γη έγινε χέρσα και ο Θεός έδωσε χρησμό, ότι θα γινόταν πάλι γόνιμη, αν οι Ηδωνοί σκότωναν τον Λυκούργο. Πράγματι οι Ηδωνοί, όταν έμαθαν το χρησμό, μετέφεραν δεμένο το βασιλιά τους στο Παγγαίο και τον καταδίκασαν σε φρικτό θάνατο σύμφωνα με τις υποδείξεις του Διόνυσου, δηλαδή τον άφησαν να κατασπαραχθεί από άγρια άλογα.
Στενές σχέσεις με τον τόπο αυτό είχε ο γιος του Θησέα, Δημοφώνοντας ή Ακάμας. Αυτός κατά τη μυθολογία παντρεύτηκε τη Φυλλίδα, κόρη ντόπιου βασιλιά. Λίγο αργότερα όμως την εγκατέλειψε και έφυγε στην Αθήνα. Τότε η δυστυχισμένη βασιλοπούλα μέσα στην απελπισία της κρεμάστηκε στις Εννέα Οδούς (Αμφίπολη).
Ο Κριός, από τον οποίο προήλθε το περίφημο Χρυσόμαλλο δέρας, γεννήθηκε από τον έρωτα του Ποσειδώνα και της Θεοφανούς, κόρης του Βισάλτη, γενάρχη των Βισαλτών, οι οποίοι κατοικούσαν στην περιοχή της σημερινής Νιγρίτας. Ο Βισάλτης για ν' απαλλάξει την κόρη του από το πλήθος των μνηστήρων που την πολιορκούσαν τη μετέφερε σ' ένα νησί. Οι μνηστήρες όμως μαγεμένοι από την ομορφιά της δεν αποθαρρύνθηκαν, επέμειναν και ανακάλυψαν το καταφύγιό της. Και μια μέρα έφτασαν στο νησί, τους κατοίκους του οποίου ο Ποσειδώνας είχε μεταμορφώσει σε ζώα και άρχισαν να τα σκοτώνουν. Τότε ο θεός της θάλασσας μεταμόρφωσε τους αντίζηλούς του σε λύκους και, αφού ο ίδιος μεταμορφώθηκε σε κριό και μεταμόρφωσε τη νέα σε αμνάδα, ενώθηκε μαζί της. Έτσι γεννήθηκε ο κριός με το χρυσόμαλλο δέρας, που έπαιξε σπουδαίο ρόλο στο μύθο των Αργοναυτών.

ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ
ΑΡΧΑΪΚΗ – ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
Σαν πρώτοι κάτοικοι του Νομού Σερρών αναφέρονται οι Θράκες. Μετά την άλωση της Τροίας όμως ο τόπος κατοικήθηκε από διάφορα Παιονικά και Θρακικά φύλα, όπως : Σιροπαίονες, Παιόπλες, Βισάλτες, Ηδωνοί, Σιντοί, Αγριάνες, Οδόμαντοι, Οδρύσες, Μαίδοι, Σάτρες κ.α. Αυτοί οι λαοί στην αρχή αποτελούσαν αυτόνομα κράτη με δικό του βασιλιά το καθένα. Γύρω στα τέλη του 6ου π.Χ. αιώνα υποτάχθηκαν στους Πέρσες και οδηγήθηκαν αιχμάλωτοι στην Ασία, όπου παρέμειναν για μια περίπου δεκαπενταετία. Με την έκρηξη όμως της Ιωνικής Επανάστασης κατόρθωσαν με την βοήθεια των Ιώνων και Χίων να επανέλθουν στην πατρίδα τους. Πολέμησαν επίσης σκληρά εναντίον του Ξέρξη, όταν αυτός πέρασε από το Νομό Σερρών κατά την εκστρατεία του εναντίον της Ελλάδας το 480 π.Χ. Τον 4ο αιώνα π.Χ. όλοι αυτοί οι λαοί υπήχθηκαν στους βασιλείς της Μακεδονίας και απετέλεσαν την 'επίκτητον Μακεδονίαν'. Αργότερα πολλοί από τους λαούς αυτούς ακολούθησαν τον Μέγα Αλέξανδρο στη μεγάλη υπερπόντια εκστρατεία του και πήραν μέρος στις σπουδαιότερες μάχες, όπου και διακρίθηκαν για την ανδρεία τους.
Η περιοχή της σημερινής Επαρχίας Σιντικής κατοικήθηκε από τους Σιντούς ή Σίντιους, οι οποίοι ξεκίνησαν γύρω στον 19ο αιώνα π.Χ. από την Σιντίδα, τη σημερινή Λήμνο, αφήνοντας την πατρίδα τους για τον ένα ή τον άλλο λόγο. Το ελληνικό αυτό φύλο, αφού έφτασε στα παράλια της Θράκης, στο Στρυμονικό Κόλπο, ακολούθησε το ρου του Στρυμόνα, που τα χρόνια εκείνα αποτελούσε το φυσικό δρόμο για τις Βαλκανικές χώρες. Ο νησιωτικός αυτός λαός ίσως να κατευθύνονταν πέρα από τον Όρβηλο για μια οριστική εγκατάστασή του, αν δεν τραβούσε την προσοχή του η μορφολογία του εδάφους των μερών αυτών και η χαρακτηριστική ιδιομορφία του. Εμφορούμενοι από τον Τρωικό πολιτισμό, με τη διορατικότητά τους χαρακτήρισαν την παραστρυμόνια περιοχή σαν ιδανικό τόπο εγκατάστασής τους.
Ο λαός αυτός κατά το Στράβωνα ήταν Θρακικό φύλο. Άλλοι όμως ιστορικοί υποστηρίζουν πως ήταν Πελασγική φυλή, συγγενική με τους Σιντίους της Σαμοθράκης. Ο Όμηρος τους ονομάζει 'Αγριόφωνες'.
Η χώρα που εγκαταστάθηκαν, από το όνομά τους ονομάστηκε Σιντική και είχε σχεδόν τα ίδια όρια με τη σημερινή επαρχία Σιντικής.
Οι Σίντιοι είχαν τα ίδια ήθη και έθιμα με τους άλλους Έλληνες. Μιλούσαν την ελληνική γλώσσα και λάτρευαν τους δώδεκα θεούς του Ολύμπου. Ο πιο αγαπημένος τους όμως θεός ήταν ο χωλός χαλκουργός Ήφαιστος.
Με το πέρασμα των αιώνων οι Σίντιοι έχτισαν στη χώρα τους ωραίες πόλεις. Απ' αυτές γνωστές είναι η Ηράκλεια, η Σκοτούσα, η Γηρασκός, η Ορβηλία, η Τρίστολος και η Παροικόπολη. Η πιο αξιόλογη ήταν η Ηράκλεια, που έχτισε ο πατέρας του Φιλίππου του Β', ο Αμύντας ο Γ'. Ο Μακεδόνας αυτός βασιλιάς είχε καταφέρει στους πρόποδες του Μπέλες λαμπρή νίκη κατά των βαρβάρων. Σ' ανάμνησή της οικοδόμησε την Ηράκλεια για τιμή του Ηρακλή, που απόγονοί του θεωρούνται οι βασιλείς της Μακεδονίας. Η πόλη αυτή οχυρώθηκε από τον Αμύντα με απόρθητα τείχη, που ίχνη της υπάρχουν και σήμερα. Την εποχή των Αντιγονιδών, των απογόνων του Μ. Αλεξάνδρου, η Ηράκλεια έγινε πρωτεύουσα της Σιντικής και έδρα του επάρχου της Παιονίας, όπως αναφέρει ο ιστορικός Τίτος Λίβιος. Στην πόλη αυτή η δολοφονία του Δημητρίου από τον αδελφό του, Περσέα έγινε αφορμή να εκστρατεύσουν οι Ρωμαίοι κατά του Περσέα το 168 π.Χ. και να καταλάβουν την Μακεδονία. Οι Σιντοί τόσο γενναία αγωνίσθηκαν κατά την μάχη της Πύδνας στο πλευρό του Μακεδόνα βασιλιά, που επέσυραν το μίσος του Ρωμαίου αντιπάλου Αιμιλίου Παύλου, ο οποίος αργότερα λεηλάτησε τη χώρα τους για να τους τιμωρήσει.
Μετά την διαίρεση της Μακεδονίας από τους Ρωμαίους σε τέσσερα μέρη, η Σιντική περιελήφθηκε στο Πρώτο μέρος, του οποίου πρωτεύουσα ήταν η Αμφίπολη. Στη συνέχεια, μετά τη μάχη των Φιλίππων το 42 π.Χ. η αρχαία πρωτεύουσα της Σιντικής Ηράκλεια κηρύχθηκε ελεύθερη, όπως αναφέρει ο Τίτος Λίβιος. Υπήρχε δε μέχρι το 10ο μ.Χ. αιώνα, οπότε μνημονεύεται για τελευταία φορά από τον Ιεροκλή και τον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο.
Οι Αγριάνες κατά τον Θουκιδίδη ήταν φύλο Παιονικό και κατοίκησαν την Πάνω Κοιλάδα του Στρυμόνα. Οι Αγριάνες κατά τον Αρριανό ήταν εύρωστοι, σκληραγωγημένοι και πολεμικότατοι. Πόλεις της Αγριανής χώρας αναφέρονται η Ορθόπολη και η Παρορβηλία.
Ανατολικά της Αγριανής χώρας κατοικούσαν οι Σάτρες, φύλο μάλλον Θρακικό. Στο αρχαίο λίκνο των Σάτρων υπάρχει και σήμερα χωριό με το όνομα Σάτρα. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας κατοικούνταν από βλάχους βοσκούς.
Οι Αγριάνες, αφού υποτάχθηκαν στους Μακεδόνες, έμειναν κάτω από την κυριαρχία τους μέχρι τον Περσέα. Από τότε εξαφανίστηκαν ή αφομοιώθηκαν και το όνομά τους έσβησε. Οι Σάτρες, επειδή κατοικούσαν στις απρόσιτες βουνοκορφές του Ορβήλου, δεν κατακτήθηκαν, αφομοιώθηκαν όμως ή και εξαφανίστηκαν στις μετακινήσεις τους σε άλλες βουνοκορφές του Αίμου, του Μενοικίου ή του Παγγαίου.
Οι Μαίδοι, που κατά τον Στέφανο τον Βυζάντιο ήταν επίσης θρακικό φύλο, ήρθαν και κατοίκησαν στην Πάνω Κοιλάδα του Στρυμόνα τον 14ο περίπου π.Χ. αιώνα. Η Μαιδική χώρα συνόρευε με τη Σιντική, την Αγριανή, την Παιονία και με τα βουνά Όρβηλο και Σκόμιο. Διατήρησαν οι Μαίδοι την ανεξαρτησία τους μέχρι το 356 π.Χ., οπότε και υποτάχθηκαν στον Φίλιππο τον Β' χωρίς όμως να πάψουν ν' αγωνίζονται, για ν' αποκτήσουν ξανά την ελευθερία τους. Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι οι Μαίδοι, 10 χρόνια μετά την υποδούλωσή τους στους Μακεδόνες επαναστάτησαν για επανάκτηση της ανεξαρτησίας τους. Μόλις πληροφορήθηκαν την εκστρατεία του Φιλίππου στο Βυζάντιο, προσπάθησαν ν' αποτινάξουν την Μακεδονική κυριαρχία. Η απόπειρά τους όμως καταπνίγηκε αστραπιαία από τον 16χρονο Μ. Αλέξανδρο, που τους τιμώρησε σκληρά καταστρέφοντας την πρωτεύουσά τους Ιαμφορίνα, που γι' αυτή μιλάει ο Πλίνιος.
Η Μαιδική χώρα, παρ' όλο που ήταν μεγάλη σε έκταση και πληθυσμό, είχε μόνο δύο μεγάλες πόλεις εκτός από την πρωτεύουσα, τη Δεσούδαβα και την Πέτρα ή Βυζαντινή Σελευκτούπολη, αργότερα Πετρίτσα, σήμερα Πετρίτσι.
Η αρχαία Πέτρα ήταν πολύ καλά οχυρωμένη πόλη. Ο Φίλιππος ο Ε' στην επιστροφή του από την περιοχή Σκομίου, όπου είχε εκστρατεύσει για να υποτάξει και τη μακρινή αυτή γωνιά της Μαιδικής, πολιόρκησε και την Πέτρα, που την κυρίεψε με πολύ κόπο, ύστερα από πολλές εφόδους. Ετσι, η οχυρή αυτή πόλη προσαρτήθηκε στο Μακεδονικό κράτος μόλις το 211 π.Χ.
Η Πέτρα, Πετρίτσα ή Πετρίτσι επιδικάσθηκε στη Βουλγαρία το 1913. Οι κάτοικοί της κατέφυγαν στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν στο χωριό της επαρχίας Σιντικής Βέτρινα, που μετονομάσθηκε Νέο Πετρίτσι.
Αναφορά στους Σιροπαίονες που κατοίκησαν την Παιονική χώρα και ίδρυσαν περί τον 12ο π.Χ. αιώνα την πόλη των Σερρών, γίνεται από τον Ηρόδοτο. Οι Σιροπαίονες ήταν άποικοι των Τευκτρών της Φρυγίας και είχαν μεταναστεύσει στην Μακεδονία αμέσως μετά τον Τρωικό Πόλεμο. Ο Ηρόδοτος ονομάζει την πόλη για πρώτη φορά ως 'Σίρις η Παιονική' και ιστορεί μάλιστα ότι σ' αυτήν άφησε ο Ξέρξης το χρυσό άρμα του, κατά την εκστρατεία του εναντίον της Ελλάδος. Μετά τον Ηρόδοτο αναφορά στην πόλη κάνει ο Θεόπομπος σ' ένα απόσπασμά του 20ού βιβλίου του των 'Φιλιππικών'. Από τους Ρωμαίους συγγραφείς μόνο ο Τίτος Λίβιος την ονομάζει 'Σίρας' (Siras) στον πληθυντικό και ιστορεί ότι ο Αιμίλιος Παύλος, αφού νίκησε τον Περσέα και υπέταξε τις Μακεδονικές πόλεις, μετέβη στην Αμφίπολη αφήνοντας το στρατό του στρατοπεδευμένο στην πεδιάδα των Σιρών. Κατά τους Ρωμαϊκούς χρόνους αναφέρεται επίσης και με την ονομασία 'Σιραίων πόλις'. Κατά τη Μεσαιωνική εποχή η πόλη μνημονεύεται ως Σέρραι και πιο σπάνια Σέρρα και Φεραί. Στους Λατίνους τέλος και Φράγκους η γραφή του ονόματος της πόλης υπέστη πολλές μεταβολές και μεταμορφώσεις. Ετσι αναφέρεται ως Sarxa, Serra, Ceres και Serre. Με το σημερινό της όνομα Σέρραι μνημονεύεται από τον 5ο αιώνα μ.Χ.
Τα παλαιότερα αρχαιολογικά ευρήματα (κομμάτια Αττικών μελανόμορφων αγγείων) που βρέθηκαν στο λόφο της Ακρόπολης της πόλης των Σερρών και χρονολογήθηκαν περί τα τέλη του 6ου π.Χ. αιώνα, βεβαιώνουν ότι, στη θέση της σημερινής πόλης, βρίσκονταν και η 'Σίρις η Παιονική' του Ηροδότου και σ' αυτήν αργότερα υψώθηκαν οι Ελληνικοί Μεσαιωνικοί Προμαχώνες του ισχυρού κάστρου των Σερρών.
Γενικά, από όλα τα αρχαιολογικά ευρήματα βγαίνει το συμπέρασμα ότι η αρχαία Σίρις κτίσθηκε στο λόφο της Ακρόπολης, που είναι και ο πιο δυσάλωτος απ' όλους τους γύρω λόφους που αποτελούσαν το φυσικό περιτείχισμα προς βορρά της σημερινής πόλης. Όλες εξάλλου οι πόλεις της εποχής εκείνης (π.χ. Τροία, Μυκήνες) ήταν κτισμένες σε υψηλούς λόφους και περιβάλλονταν με ισχυρά τείχη.
Τέλος τα υπολείμματα αρχαίου πύργου, τα οποία περιελήφθησαν στη βάση του βυζαντινού πύργου που σώζεται μέχρι σήμερα, μαρτυρούν σαφώς ότι στο ίδιο σημείο υψωνόταν κατά τους αρχαίους χρόνους κραταιό κάστρο με στερεά τείχη και έφερε το βάρος της άμυνας και γενικά της ασφάλειας της αρχαίας πόλης των Σερρών, της 'Σίρεως' του Ηροδότου.
Η σημερινή επαρχία Φυλλίδας κατά την αρχαιότητα αποτελούσε τμήμα της Ηδωνικής χώρας ή, όπως ονομαζόταν διαφορετικά, Ηδωνίδος και περιελάμβανε την περιοχή της σημερινής Ζίχνης, Αλιστράτης και Δράμας. Παλαιότερα, η χώρα αυτή κατοικούνταν από διάφορους λαούς, πληροφορίες για τους οποίους έχουμε από νομίσματα που βρέθηκαν στην περιοχή Νέας Ζίχνης.
Οι Ζεαιλέοι, που ήταν παιονικής καταγωγής και προτιμούσαν να ζουν στα ορεινά, κατοίκησαν γύρω από το Στρυμόνα. Αναφέρονται σε νομίσματα που χρονολογούνται από το 520 περίπου π.Χ. Σε Βυζαντινά έγγραφα εξάλλου, αναφέρεται πόλη με το όνομα Ζελίχοβα, Ζιλίχοβα, Ζηλιάχοβα (Ν. Ζίχνη).
Κατά τον καθηγητή Σβορώνο, συγγενικός λαός με τους Ζαιελέους, που κατοίκησε την περιοχή της Φυλλίδας ήταν και οι Ιχναίοι. Κι αυτοί ήταν προφανώς παιονικής καταγωγής. Πληροφορίες γι' αυτούς έχουμε επίσης από νομίσματα, που κατά τους νομισματολόγους κόπηκαν κατά την εποχή των Μακεδόνων βασιλέων πριν από τον Αλέξανδρο Α' και ανήκουν όλα στους Παίονες. Έχει αποδειχθεί ότι τα νομίσματα των Ιχναίων κόπηκαν στην Ίχνα του Παγγαίου.
Υπάρχει επίσης μεγάλη αφθονία νομισμάτων ενός ακόμη λαού, των Ορρεσκίων, που μοιάζουν πολύ με τα νομίσματα των Ιχναίων και χρησιμοποιούν τις ίδιες παραστάσεις.
Συγγενικοί λαοί με τους Ιχναίους ήταν και οι Δερροναίοι, Λιαίοι, Ληταίοι, Περναίοι και Διονύσιοι.
Οι Δόβηρες, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, πρέπει να κατοικούσαν ανάμεσα στη Ζίχνη και Αλιστράτη. Ισως ήταν ένα υπόλοιπο από τους Δόβηρες που κατοικούσαν κοντά στη Δοϊράνη, όπως λέγεται από το Θουκυδίδη και υπήρχε πόλη με τ' όνομα Δόβηρος που κατέκτησε ο Σιτάλκης το 429 π.Χ.
Γενάρχης των Ηδωνών, οι οποίοι έδωσαν και το όνομά τους στην περιοχή, εθεωρείτο ο Ηδωνός, γιός του Άρη και της νύμφης Καλλιρόης, κόρης του Νέστου ποταμού. Οι Ηδωνοί ήταν γνωστότατοι για την οργιαστική λατρεία του Διονύσου. Πρώτος βασιλιάς τους ήταν ο μυθικός ήρωας Λυκούργος, για τον οποίο, όπως αναφέρθηκε ήδη, λέγεται ότι θέλησε ν' απαγορεύσει τη λατρεία του Διονύσου, αλλά καταδιώχθηκε από τις Μαινάδες, βρίσκοντας τελικά φρικτό θάνατο κατασπαραχθείς από άγρια άλογα. Δεύτερος βασιλιάς των Ηδωνών θεωρείται ο Πιττακός που μνημονεύεται από το Θουκιδίδη. Το βασιλιά αυτόν λέγεται ότι σκότωσε ο γιος του και η γυναίκα του. Περί το 500 π.Χ. βασιλεύει στην Ηδωνίδα ο Γέτας.
Διασώθηκαν αργυρά οκτάδραχμα νομίσματα του βασιλιά αυτού που απεικονίζουν από μπροστά γυμνό άνδρα με δυο βόδια και από πίσω φέρουν την επιγραφή "ΓΕΤΑ ΒΑΣΙΛΕΥ ΗΔΩΝΕΩΝ" ή "ΒΑΣΙΛΕΥ ΗΔΩΝΕΩΝ". Τα νομίσματα αυτά βρέθηκαν στον Τίγρητα ποταμό της Ασίας, όπου μεταφέρθηκαν οι Ηδωνοί αιχμάλωτοι από τους Πέρσες, περί τα τέλη του 6ου π.Χ. αιώνα.
Κατά τους Μηδικούς πολέμους, σύμφωνα με πληροφορίες του Ηροδότου, πέρασε από την Ηδωνική χώρα ο βασιλιάς των Περσών Ξέρξης κατά την εκστρατεία του εναντίον της Ελλάδος. Μετά την ήττα του στις Πλαταιές το 479 π.Χ. ο Ξέρξης ήρθε και πάλι στην Ηιόνα, 'την επί Στρυμόνι' όπως λέει ο Ηρόδοτος. Εδώ άφησε το στρατό του σατράπη Βόγη για να τον οδηγήσει στις Ελληνοποντιακές ακτές, ενώ ο ίδιος επιβιβάσθηκε σε φοινικικό πλοίο και απέπλευσε προς την Ασία.
Η Ηδωνική χώρα χωριζόταν σε τρία τμήματα, από τα οποία το πρώτο ονομαζόταν Φυλλίς, από την ομώνυμη κόρη του βασιλιά της θράκης Σιθώνα, το δεύτερο κυρίως Ηδωνίς και το τρίτο Πιερία. Η χώρα αυτή ήταν πυκνότατα κατοικημένη και περιείχε πολλές πόλεις: την Αμφίπολη, Ηιόνα, Φιλίππους, Μύρκινο, Φάγρητα, Οισύμη, Γαληψό, Δραβήσκο, Δάτο, Νεάπολη, Σκαπτή Υλη, Ακόντισμα, Πίστυρο, Γάζωρο, Πέρνη.
Η Αμφίπολη ήταν η πιο αξιόλογη πόλη της Ηδωνικής χώρας και βρίσκονταν στην ίδια θέση με το σημερινό χωριό Αμφίπολη, πάνω σε οχυρό λόφο, στην ανατολική όχθη του Στρυμώνα. Αρχικά το όνομά της ήταν Εννέα Οδοί, από τις εννέα οδούς που έφθαναν σ' αυτήν από διάφορες κατευθύνσεις.
Οι Πελασγοί, οι Σάτρες, οι Ηδωνοί, οι Οδόμαντοι, οι Παίονες και στη συνέχεια οι βασιλείς της Μακεδονίας πρωταγωνιστούν σε διάφορες φάσεις της ιστορίας της Αμφίπολης.
Αλλά ανάμεσα στους λαούς της αρχαιότητας, οι οποίοι φιλονικούσαν για μια τόσο πλούσια κτήση, κατ' εξοχήν διακρίνονταν οι Αθηναίοι, οι οποίοι αφού κατέκτησαν την Ηιόνα επί Κίμωνα και αποπειράθηκαν δύο φορές να καταλάβουν τις Εννέα οδούς, αποκρούσθηκαν από τους Ηδωνούς. Στο τέλος όμως κυρίευσαν την πόλη το 437 π.Χ. υπό τη στρατηγεία του Άγνωνος, που ίδρυσε στην πόλη αθηναική αποικία και την μετονόμασε σε Αμφίπολη. Ονομάστηκε δε έτσι γιατί ήταν κτισμένη ανάμεσα σε δύο βραχίονες του Στρυμόνα, ο οποίος μαζί με το τείχος που την περιέβαλλε, την καθιστούσε οχυρή κι απρόσιτη.
Εξαιτίας αυτής της θέσης της η Αμφίπολη, αλλά και εξαιτίας της άφθονης ναυπηγήσιμης ξυλείας, των μεταλλείων χρυσού και αργύρου και του εύφορου εδάφους της, έγινε κατά την αρχαιότητα το μήλο της έριδος μεταξύ Αθηναίων, Λακεδαιμονίων και Μακεδόνων. Στη μάχη που δόθηκε το 422 π.Χ. μπροστά από τα τείχη της πόλης σκοτώθηκε ο στρατηγός των Λακεδαιμονίων Βρασίδας, τον οποίο οι Αμφιπολίτες έθαψαν δημοσία δαπάνη και τον τίμησαν ως ήρωα και ιδρυτή της πόλης τους.
Από τότε η Αμφίπολη δοκίμασε πολλές μεταβολές, άλλοτε ως αποικία κι άλλοτε ως ελεύθερη πόλη, έως ότου ο Μακεδόνας βασιλιάς Περδίκκας έγινε κυριός της το 364 π.Χ. Υπό την κυριαρχία των Μακεδόνων παρέμεινε μέχρι το 359 π.Χ., οπότε ο βασιλιάς Φίλιππος απέσυρε τη Μακεδονική φρουρά χάρη των Αθηναίων και υποσχέθηκε να τους παραδώσει την πόλη. Αθέτησε όμως την υπόσχεσή του και κατέλαβε την πόλη το 357 π.Χ., η οποία από τότε παρέμεινε υπό την κυριαρχία της Μακεδονίας.
Η Αμφίπολη ήταν το ορμητήριο του Μ. Αλεξάνδρου για την κατάκτηση του τότε γνωστού κόσμου. Εδώ πέθαναν όλα τα μέλη του βασιλικού οίκου, ο Φίλιππος, ο Αριδαίος, η Ευριδίκη, η Ρωξάνη και ο μικρός Αλέξανδρος. Εδώ κατέφυγε ο τελευταίος βασιλιάς της Μακεδονίας Περσέας μετά την ήττα του στην Πύδνα. Ο Ρωμαίος ύπατος Αιμίλιος Παύλος εδώ δέχτηκε τους πρεσβευτές των διαφόρων ελληνικών πολιτειών κι εδώ διοργάνωσε την κατακτημένη Μακεδονική χώρα, καθιστώντας την Αμφίπολη πρωτεύουσα της "Μακεδόνων Πρώτης" επαρχίας. Απ' αυτήν την πόλη περνούσε η Εγνατία ρωμαϊκή οδός και από την Αμφίπολη πέρασε το 49 μ.Χ. ο Απόστολος Παύλος κατά την πορεία του από τους Φιλίππους προς την Θεσσαλονίκη.

ΡΩΜΑΪΚΗ - ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
Κατά την Βυζαντινή εποχή η πόλη μνημονεύεται και ως Αμφίπολη και ως Ποπολία. Ιστορείται ότι καταστράφηκε, αλλά ξανακατοικήθηκε και νέα τείχη έκανε ο Αυτοκράτορας Ανδρόνικος Γ' ο νεότερος το 1341 μ.Χ. Αργότερα όμως καταστράφηκε και πάλι, οπότε περισώθηκαν μερικά ερείπια των τειχών και των πύργων, τα οποία φαίνονται ακόμη και σήμερα στην κορυφή του λόφου.
Σήμερα η αρχαιολογική σκαπάνη ανέσκαψε στο χώρο της Αμφίπολης τέσσερις βυζαντινούς ναούς (τύπου Βασιλικής), των οποίων διατηρούνται σχεδόν άθικτα τα θαυμάσια ψηφιδωτά δάπεδα με εξαιρετικές παραστάσεις από το φυτικό και ζωικό κόσμο. Αποκαλύφθηκαν επίσης Μακεδονικοί τάφοι με κτερίσματα ανυπολόγιστης αρχαιολογικής αξίας και ήρθαν στο φως πολυάριθμες αναθηματικές και επιτύμβιες επιγραφές μεγάλης ιστορικής σημασίας και χιλιάδες νομισμάτων, τα οποία από καλλιτεχνική άποψη θεωρούνται ως τα πλέον άριστα όλων των αρχαίων πόλεων της Βόρειας Ελλάδος.
Περί τον 4ο π.Χ. αιώνα η Φυλλίδα προσαρτήθηκε στο Μακεδονικό κράτος και απετέλεσε τμήμα της 'Επικτήτου Μακεδονίας'. Ο βασιλιάς δε της Μακεδονίας Φίλιππος ο Β' ήταν ο πρώτος που εκμεταλλεύθηκε πολύ τα χρυσωρυχεία του Παγγαίου. Με τον χρυσό αυτό μάλιστα έκοψε νέου τύπου νομίσματα, όμοια με τους Περσικούς Δαρεικούς. Το νόμισμα αυτό, που ονομάσθηκε 'ΦΙΛΙΠΠΕΙΟΝ', είχε μεγάλη διάδοση ακόμη και έξω από τα όρια του Μακεδονικού κράτους.
Την αρχαία Βισαλτία, που πήρε το όνομά της από το Βισάλτη, γιο του Ηλίου και της Γης, κατοίκησαν για πρώτη φορά οι Θράκες Βισάλτες, οι οποίοι ήρθαν εδώ από τη Χαλκιδική. Κατά την εκστρατεία των Περσών εναντίον της Ελλάδος ο βασιλιάς της Βισαλτίας μη θέλοντας ν' ακολουθήσει τους βαρβάρους, έφυγε στη Ροδόπη στους δε γιούς του απαγόρευσε να εκστρατεύσουν κατά της Ελλάδος στο πλευρό των Ασιατών επιδρομέων. Αυτοί όμως δεν άκουσαν τη συμβουλή του πατέρα τους και ακολούθησαν τους βαρβάρους. Όταν μετά τη φυγή των Περσών ο βασιλιάς επανήλθε και βρήκε τους γιούς του σώους και αβλαβείς, αυτοτυφλώθηκε.
Από το 479 π.Χ. η Βισαλτία κατακτήθηκε από τον Αλέξανδρο τον Α'. Αργότερα ο Περικλής έστειλε 1.000 Αθηναίους αποίκους, οι οποίοι συνέβαλαν πολύ στον εκπολιτισμό των Βισαλτών. Στη μάχη της Πύδνας το 168 π.Χ., στην οποία κρίθηκε η τύχη της Μακεδονίας, οι Βισάλτες πολέμησαν στο πλευρό του Περσέα. Τόσο πολύ διακρίθηκαν για την ανδρεία τους, ώστε ο Περσέας μετά την ήττα του, τότε μόνο απελπίσθηκε τελείως, όταν τον εγκατέλειψαν και οι ΄ανδρείοι Βισάλτες'.
Η επαρχία αυτή, αν και είχε μικρή έκταση κατά την αρχαιότητα, εν τούτοις περιείχε πολλές πόλεις, οι οποίες συχνά μνημονεύονται από τους αρχαίους συγγραφείς: η Άργιλος, το Κερδύλιον, η πρωτεύουσα της χώρας, οι Καλλίτεραι, η Ορεσκία, η Ευπορία, η Βέργα και η Όσσα. Η πιο επίσημη από τις παραπάνω πόλεις ήταν η Άργιλος, που σύμφωνα με την μαρτυρία των αρχαίων κτίσθηκε από τους Θράκες, τους πρώτους κατοίκους της χώρας, σε χρόνο άγνωστο, αποικίσθηκε όμως από τους Ανδρίους συγχρόνως με τα Στάγειρα της Χαλκιδικής, γύρω στα μέσα της 7ης εκατονταετηρίδας. Μετά την φυγή των Θρακών και τον αποικισμό των Ανδρίων, η Άργιλος που είχε παραμείνει ελεύθερη και αυτόνομη από το 655 π.Χ. μέχρι την εκστρατεία του Ξέρξη (480 π.Χ.), υπέκυψε και αυτή στο κράτος του. Μετά από την ήττα και τη φυγή του συμπεριλήφθηκε στις συμμαχικές πόλεις της Αθήνας. Αργότερα όμως αποστάτησε από τους Αθηναίους και διευκόλυνε το στρατηγό των Λακεδαιμονίων να καταλάβει την Αμφίπολη. Σημειώνουμε ότι ο Άργιλος ήταν ο άνδρας που πρόδωσε τον Παυσανία στους Σπαρτιάτες, ο οποίος όταν στάλθηκε σαν γραμματοκομιστής στον Αρτάβαζο αποσφράγισε τις επιστολές και κατήγγειλε την προδοσία στους Εφόρους, οι οποίοι πείσθηκαν για τη διαγωγή του Παυσανία και τον καταδίκασαν σε θάνατο.
Μεταξύ της Αργίλου και της Όσσας στους Ν.Α. πρόποδες του Βερτίσκου όρους βρίσκονται οι πόλεις Καλλίτεραι και Ορέσκεια που μνημονεύονται από τον Πτολεμαίο. Στην Ν.Δ. όχθη της Κερκινίτιδας λίμνης (του Αχινού) βρίσκονταν η Ευπορία, που χτίσθηκε από τον Μ.Αλέξανδρο και πήρε το όνομά της από την αφθονία των προϊόντων και των καρπών της γης. Τέλος η πρωτεύουσα Βισαλτία ήταν χτισμένη εκατέρωθεν του ποταμού Βισάλτη που πηγάζει από το όρος Βερτίσκος και εκβάλλει στο Στρυμόνα.
Εκτός από τον Βόγη και τον Συλλέα, εξέχουσες προσωπικότητες της περιόδου αυτής ήταν και οι εξής:
Ρήσος: Βασιλιάς της Θράκης, γιός του Ηιονέως και της μούσας Κλειούς, ο οποίος κατά τον Όμηρο έλαβε μέρος στον Τρωϊκό Πόλεμο και φονεύθηκε κατά συμβουλή της Αθηνάς από τον Οδυσσέα και τον Διομήδη. Από το Κ΄ της Ηλιάδας είναι επηρεασμένη και η Τραγωδία 'Ρήσος' που αποδίδεται, με αντιρρήσεις μερικών, στον Ευριπίδη.
Νέαρχος: Καταγόταν από την Κρήτη και κατοικούσε στην Αμφίπολη. Υπήρξε ένας από τους πιο προσφιλείς φίλους της παιδικής και νεανικής ηλικίας του Μ. Αλέξανδρου.
Πολύδωρος: Στρατηγός του Μ. Αλεξάνδρου. Καταγόταν από την Αμφίπολη.
Φίλιππος: Καταγόταν από την Αμφίπολη και υπήρξε ιστορικός. Συνέγραψε τα Ροδιακά, Κωακά και Θασιακά.
Τρωίλος: Σοφιστής και γραμματικός από την Αμφίπολη, σύγχρονος του Διογένη.
Ερμαγόρας: Σοφιστής και γραμματικός από την Αμφίπολη, μαθητής του Ζήνωνα και του Περαία.
Δάμιππος: Πυθαγόρειος φιλόσοφος από την Αμφίπολη.
Δημήτριος: Φίλος και μαθητής του Πλάτωνα από την Αμφίπολη. Διέπρεψε στην φιλοσοφία.
Πάμφιλος: Διάσημος ζωγράφος (α' μισό του 4ου π.Χ. αιώνα). Υπήρξε μαθητής του περίφημου Σικυώνιου ζωγράφου Ευπόμπου, ιδρυτή της Σικυωνίου Σχολής, τον οποίο διαδέχθηκε.

ΡΩΜΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
Το 168 π.Χ. ο Περσέας, ο τελευταίος βασιλιάς της Μακεδονίας και γιός του Φιλίππου του Ε', σκότωσε στην Ηράκλεια Σιντικής τον αδελφό του Δημήτριο, διάδοχο του Μακεδονικού θρόνου. Οι λόγοι της αδελφοκτονίας ήταν δύο: η αντιζηλία και οι φιλορωμαϊκές διαθέσεις του θύματος, που μικρός ανατράφηκε στη Ρώμη. Ο φόνος του Δημητρίου προκάλεσε την οργή των Ρωμαίων που κήρυξαν αμέσως πόλεμο κατά των Μακεδόνων.
Οι Σίντιοι, οι Μαίδοι και άλλοι Παραστρυμόνιοι λαοί τάχθηκαν στο πλευρό του Περσέα και πολέμησαν με φανατισμό τους Ρωμαίους. Στην τελευταία μάχη όμως που έδωσε ο Περσέας στην Πύδνα της Πιερίας, οι Ρωμαίοι ύστερα από προδοσία υπερφαλάγγισαν τους Μακεδόνες και κατέλυσαν το Μακεδονικό κράτος το 168π.Χ.
Μετά την υποταγή της Μακεδονίας στους Ρωμαίους και τη διαίρεση της σε τέσσερα διακεκριμένα τμήματα, οι Σέρρες περιελήφθησαν στο πρώτο τμήμα, στην 'Μακεδόνων Πρώτην' επαρχία με πρωτεύουσα την Αμφίπολη.
Τα χρόνια της Ρωμαϊκής κατοχής υπήρξαν πολύ σκληρά για τους κατοίκους της περιοχής, αφού χιλιάδες από αυτούς εξορίσθηκαν στην Ιταλία, από την οποία δεν επέστρεψαν ποτέ.
Στη Ρωμαϊκή εποχή περνούσε από την Αμφίπολη η Εγνατία οδός. Σήμερα σώζεται ένα λιθόστρωτο τμήμα της μεγάλης εκείνης στρατιωτικής οδού που ένωνε το Δυρράχιο με την Κων/πολη, κοντά στο σημερινό χωριό Δραβήσκος, στην περιοχή 'Φραγκάλα'.
Από την Ρωμαϊκή εποχή σώζονται πολλές επιτύμβιες επιγραφές στις Σέρρες, καθώς και πολλά νομίσματα διαφόρων Ρωμαίων αυτοκρατόρων.
Της εποχής αυτής είναι και η μεγάλη αναθηματική επιγραφή, η οποία περιέχει μόνο κύρια ονόματα, από τα οποία 11 είναι Ελληνικά-Μακεδονικά, 13 Ρωμαϊκά και 12 μικτά Ελληνορωμαϊκά και Θρακικά. Η επιγραφή αυτή κοσμεί σήμερα το Μουσείο της πόλης.

ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
Κατά τη βυζαντινή περίοδο, όταν επήλθε και η οριστική συγχώνευση των διαφόρων λαών που είχαν κατοικήσει στην περιοχή, ο Νομός Σερρών υπαγόταν στην Ζ' επαρχία του Βυζαντινού Κράτους, δηλαδή στην επαρχία του Ιλλυρικού.
Αργότερα, όταν έγινε η διαίρεση του Βυζαντινού Κράτους σε θέματα, ο Νομός αποτέλεσε το λεγόμενο Θέμα του Στρυμόνα.
Ήδη από τον 5ο αιώνα η πόλη των Σερρών αναφέρεται ως έδρα Επισκοπής, ενώ από τον 8ο αιώνα ο ρόλος της στην ελληνική ιστορία γίνεται πρωταγωνιστικός και θεωρείται η πιο επίσημη πόλη ανάμεσα στον ποταμό Νέστο και τον ποταμό Στρυμόνα. Οι Βυζαντινοί συγγραφείς την αποκαλούσαν: "Μέγα και θαυμαστόν άστυ", "ισχυράν", "καλήν", "πλουσίαν", "μεγίστην", "μητρόπολιν" κ.λ.π.
Κατά το 1014 μ. Χ. βρίσκουμε στον νομό Σερρών τον Αυτοκράτορα Βασίλειο Β' τον Βουλγαροκτόνο, ο οποίος ήταν επικεφαλής του Βυζαντινού εκστρατευτικού σώματος, να προελαύνει προς το σημερινό Πετρίτσι, με σκοπό να διασχίσει την τοποθεσία Κλειδί και να εισβάλλει στο εσωτερικό της Βουλγαρίας. Ο Βούλγαρος ηγεμόνας είχε προλάβει να οχυρώσει τα στενά, έτσι ώστε να εμποδίσει την παραπέρα προέλαση του βυζαντινού στρατού. Ο Βουλγαροκτόνος, όμως, με ένα ευφυές σχέδιο κατόρθωσε να βρεθεί στα νώτα των Βουλγάρων αφού πέρασε το όρος Μπέλλες (29η Ιουλίου). Τότε ο Βουλγαρικός στρατός που πραγματικά πανικοβλήθηκε, εγκατέλειψε τις θέσεις του και τράπηκε σε φυγή, ενώ ο Βυζαντινός στρατός τον καταδίωκε. Ο Τσάρος Σαμουήλ κατάφερε να διαφύγει καλπάζοντας με το άλογο του προς τη Στρώμνιτσα.
Ανάμεσα στους 15.000 Βούλγαρους αξιωματικούς και στρατιώτες που αιχμαλωτίστηκαν ήταν και ο Νικολίτσας, ο Δραξάν, ο Δραβομίρας, ο Νεστορίτσης, στρατηγοί και πολλές άλλες προσωπικότητες της Βουλγαρίας. Όλοι οι αιχμάλωτοι οδηγήθηκαν στις Σέρρες, όπου τους περίμενε σκληρή τιμωρία.
Όπως μας πληροφορούν οι ιστορικοί Κρούμπαχερ, Εφραίμ ο Σύρος και άλλοι, όλοι αυτοί τυφλώθηκαν στις Σέρρες, ενώ μόνο ένας στους εκατό έμενε μονόφθαλμος για να οδηγήσει τους υπόλοιπους στη Στρώμνιτσα. Ο τσάρος, μόλις αντίκρισε το θλιβερό θέαμα του στρατού του, έπεσε λιπόθυμος και ξεψύχησε.
Κατά τον Μεσαίωνα οι πόλεις της περιοχής συμπεριλαμβανόμενης και της σημερινής πρωτεύουσας του Νομού, έπαθαν πολλές καταστροφές, μερικές από τις οποίες υπήρξαν ολοκληρωτικές, ενώ η πόλη των Σερρών σκλαβώθηκε αρκετές φορές αλλά τελικά επέζησε. Υπήρξε μία από τις πρώτες πόλεις της Μακεδονίας που κατέλαβαν οι Φράγκοι στα τέλη του 1204.
Στις 7 Νοεμβρίου 1185 μ.Χ. δόθηκε στο χωριό Δημητρίτσι του Νομού Σερρών η περίφημη μάχη μεταξύ των Βυζαντινών υπό τον στρατηγό Αλέξιο Βρανά και των Νορμανδών με επικεφαλής τον Κόμη Βαλδουίνο. Όπως είναι γνωστό, κατά τη μάχη εκείνη, οι Νορμανδοί ιππότες ηττήθηκαν και πολλοί απ' αυτούς αιχμαλωτίστηκαν, μεταξύ των οποίων και οι αρχηγοί τους.
Κατά τους επόμενους αιώνες ο Νομός Σερρών αποτέλεσε θέατρο μαχών μεταξύ Βυζαντινών, Βούλγάρων και Σέρβων. Μέχρι το 1345 μ. Χ. βρισκόταν στο έλεος των εισβαλόντων Σέρβων, οι οποίοι αφού ερήμωσαν την ύπαιθρο, κατέλαβαν μετά από πολιορκία την πόλη των Σερρών.

Η ΟΧΥΡΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΕΡΙΟΔΟ
Από τους πρώτους αιώνες της Βυζαντινής εποχής η πόλη προσέλκυσε το ζωηρό ενδιαφέρον των Αυτοκρατόρων, οχυρώθηκε με ισχυρά, υψηλά και κραταιά τείχη και αποτέλεσε ένα αληθινά ακραίο φυλάκιο της ελευθερίας των Βυζαντινών. Από τη μελέτη παλιών σχεδιαγραμμάτων προκύπτει το συμπέρασμα ότι υπήρχαν δυο περίβολοι τειχών. Ο ένας περιέκλειε την παλαιά πόλη, ενώ ο δεύτερος χώριζε εγκάρσια την παλαιά πόλη με σκοπό την ενίσχυση της αμυντικότητας της Ακρόπολης σε περίπτωση που ο εχθρός καταλάμβανε την κάτω πόλη.
Το Βυζάντιο τείχος είχε αρκετές πύλες που οδηγούσαν έξω από την πόλη. Μια από αυτές, η οποία βρισκόταν κοντά στον σημερινό ναό του Τιμίου Προδρόμου, ονομαζόταν "βασιλική πύλη" γιατί από αυτήν περνούσε η βασιλική οικογένεια για να πάει στην Ακρόπολη. Μια άλλη πύλη στην ανατολική πλευρά ονομαζόταν "παραπόρτιον", ενώ στη νοτιοανατολική πλευρά και πολύ κοντά στον σημερινό ναό του Αγίου Αντωνίου βρισκόταν η "Κεντρική πύλη" που οι Τούρκοι ονόμαζαν "Ορτά Καπού". Στη δυτική πλευρά του τείχους διακρίνονται ίχνη πύλης, τα οποία στα τούρκικα ονομάζονταν "κουν-λούκ καπού" (πύλη του σταθμού), από τον σταθμό της χωροφυλακής που υπήρχε κάποτε εκεί. Η είσοδος της πόλης έκλεινε με αλυσίδες τις νύχτες, γι' αυτό και ο ναός του Αγίου Αθανασίου, που βρισκόταν κοντά, ονομαζόταν στα τούρκικα "Ζιντζιρλί-κλισέ", δηλαδή εκκλησία των αλυσίδων.
Στα τείχη της πόλης φονεύθηκε το 976 μ.Χ. ο Μωυσής, ο γιος του Σισμάν, όταν ο βουλγαρικός στρατός πολιορκούσε τις Σέρρες. Δύο φορές πέρασε από τις Σέρρες ο Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος. Κατά την πρώτη του διάβαση το 990 μ.Χ. οχύρωσε τελειότερα την πόλη και από εκεί μετέβη στη Θεσσαλονίκη. Κατά τη δεύτερη διάβασή του οι Σέρρες χρησίμευσαν σαν τρίτος σταθμός κατά την πορεία του από το Βυζάντιο στην Αχρίδα. Εκεί τότε ο Βουλγαροκτόνος δέχτηκε τον φρούραρχο του Πέρνικ, Κρακρά, με 35 ακόμη φρούραρχους που ήταν μαζί του, οι οποίοι δήλωσαν υποταγή στον Αυτοκράτορα και του παρέδωσαν τα φρούριά τους και τη χώρα τους όπου ήταν άρχοντες.
Το 1204 μ.Χ. οι Σέρρες δέχτηκαν αμαχητί τον Φράγκο βασιλιά Βονιφάτιο τον Μομφερατικό. Δυο χρόνια αργότερα, η πόλη καταλήφθηκε από τους Βούλγαρους του Ιωαννίτση που τη λεηλάτησαν και γκρέμισαν τα τείχη της. Παραμένοντας υπό την κυριαρχία των Βούλγαρων μέχρι το 1208 μ.Χ., η πόλη ξαναπέρασε στη Φράγκικη κατοχή, επειδή και ο Βούλγαρος ηγεμόνας Σβιατοσλάβος που είχε υπό την εξουσία του την πόλη, μετά την ήττα του Βόριδος στη Φιλιππούπολη, υποτάχθηκε στον Βενετό Αυτοκράτορα, Ερρίκο. Έτσι η πόλη των Σερρών δέχτηκε για δεύτερη φορά τη φρουρά των Λατίνων ιπποτών υπό τον Ευστάθιο και τον Κόμη Βερθόλδο.
Το 1221 μ. Χ. ο Δεσπότης της Ηπείρου Θεόδωρος Άγγελος Κομνηνός έγινε κύριος της Θεσσαλονίκης, η οποία βρισκόταν υπό Φράγκικη κατοχή, και ξεκινώντας από εκεί κατέλαβε όλη τη χώρα μέχρι την Αδριανούπολη και τη Χριστούπολη. Μετά τη Θεσσαλονίκη, οι Σέρρες πέρασαν στην εξουσία του Θεόδωρου Κομνηνού. Ωστόσο, μετά την κατάλυση του Λατινικού βασιλείου της Θεσσαλονίκης, οι Φράγκοι της Κωνσταντινούπολης επιχείρησαν το 1224 μ. Χ. εκστρατεία κατά των Σερρών, αλλά καταδιώχθηκαν απ' αυτόν μέχρι την Κωνσταντινούπολη.
Το 1230 μ. Χ., μετά την ήττα του Θεόδωρου Κομνηνού στη μάχη της Κλοκοτινίτσας, οι Σέρρες καταλήφθηκαν από τους Βούλγαρους του Ασάν και παρέμειναν στην κυριαρχία τους μέχρι το 1245 μ. Χ., όταν ανακαταλήφθηκαν από τον αυτοκράτορα της Νίκαιας Δούκα Ιωάννη Βατάτζη και έτσι επανήλθαν στη Βυζαντινή εξουσία. Ο σύγχρονος Βυζαντινός συγγραφέας Γεώργιος Ακροπολίτης, ο οποίος διετέλεσε υπουργός των αυτοκρατόρων της Νίκαιας, περιγράφει λεπτομερώς ό,τι έχει σχέση με την ανακατάληψη των Σερρών από τον Βατάτζη.
Από το 1282 μ.Χ. οι Σέρρες διετέλεσαν υπό την εξουσία των Παλαιολόγων, επί της εποχής των οποίων γνώρισαν τη μεγαλύτερη δόξα. Οι Αυτοκράτορες Ανδρόνικος ο πρεσβύτερος και ο εγγονός του έδειξαν πραγματικό πατρικό ενδιαφέρον για τις Σέρρες. Το 1341 μ. Χ. ο Ανδρόνικος ο νεότερος έχτισε τα τείχη της Αμφίπολης και του Σιδηροκάστρου. Τότε πιθανότατα ξανάχτισε και τα τείχη της πόλης των Σερρών, τα οποία είχαν καταστραφεί από τις επανειλημμένες επιδρομές των Βουλγάρων.
Το 1345 μ. Χ. ο Βασιλιάς της Σερβίας Στέφανος Δουσάν εκμεταλλευόμενος τις έριδες μεταξύ Κατακουζηνών και Παλαιολόγων κυρίευσε την πόλη των Σερρών μετά από μακρά πολιορκία. Το χρόνο της κατάληψης των Σερρών από τον Σέρβο Δυνάστη καθορίζει με μεγάλη ακρίβεια χειρόγραφο σημείωμα της εποχής (1345 μ. Χ.).
Απομεινάρι της Σερβικής κατοχής αποτελεί ο μεγάλος πύργος της Ακρόπολης, γνωστός ως Πύργος του Ορέστη.
Ταυτόχρονα με τις Σέρρες, περιήλθαν στη Σερβική κυριαρχία το Σιδηρόκαστρο, το Μελένικο, το Πετρίτσι, το Νευροκόπι, η Στρώμνιτσα και άλλες πόλεις της Βόρειας Μακεδονίας.
Το Σερβικό κρατίδιο των Σερρών διαλύθηκε μετά την ήττα των Σέρβων από τους Τούρκους στο Τσερνομιάνο το 1371 μ. Χ. και η πόλη περιήλθε στο βασιλιά της Θεσσαλονίκης Μανουήλ Β', αλλά δεν παρέμεινε σε ελληνικά χέρια για πολύ καιρό. Παραδόθηκε στους Τούρκους το 1373 μ. Χ., 80 χρόνια πριν την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Φαίνεται πως ξαναπέρασε για λίγο στον Μανουήλ, για να περιέλθει οριστικά στους Τούρκους το 1383 μ. Χ. και να μείνει σκλαβωμένη για 530 χρόνια.
Κατά τη βυζαντινή εποχή το θέμα Σερρών και Στρυμόνος διαιρέθηκε σε μικρότερες διοικητικές μονάδες, τα κατεπανίκια. Η επαρχία Φυλλίδος περιέλαβε το κατεπανίκιο Ζιχνών με κέντρο το Κάστρο της Ζίχνης και το κατεπανίκιο Ζαβαλτίας με κέντρο το χωριό Ροδολίβος. Η επαρχία Βισαλτίας αποτέλεσε το περίφημο κατεπανίκιο Στρυμόνος το οποίο διοικητικά υπαγόταν στο θέμα Θεσσαλονίκης. Η Μαιδική αποτέλεσε το θέμα Ζαγορίων με πρωτεύουσα το Μελένικο. Η περιοχή αυτή επί Βασιλείου του Β' περιέπεσε στα χέρια του Σαμουήλ. Ωστόσο, μετά την ήττα των Βουλγάρων στο Κλειδί το 1014 μ. Χ. το Μελένικο παραδόθηκε στον Βασίλειο τον Β'. Τότε μάλιστα αποτέλεσε και το ίδιο θέμα των Ζαγορίων, το οποίο εμφανίζεται σε χρυσόβουλο του Αλεξίου του Γ' προς τους Βενετούς το 1198 μ. Χ. Μετά την άλωση του 1204 μ. Χ. περιήλθε στους Βούλγαρους, όμως το 1246 μ. Χ. επανακτήθηκε από τον Δούκα Ιωάννη Βατάτζη, που το συνένωσε με το θέμα των Σερρών, στο οποίο υπαγόταν και η Σιντική.
ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ
Στις 19 Σεπτεμβρίου 1383 μ. Χ. οι Σέρρες καταλήφθηκαν από τους Τούρκους. Τα γεγονότα της κατάληψης της πόλης εξιστορεί ο Τούρκος ιστορικός Σεατεντίν Μωχάμετ, ο οποίος συνέγραψε το «Στέμμα των Ιστοριών». Μετά την κατάκτηση των Σερρών πέρασε και ο Σουλτάνος Μουράτ ο Α' από την πόλη και ίδρυσε το Εσκί Τζαμί, το οποίο σωζόταν μέχρι και τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Επίσης οι Τούρκοι γκρέμισαν τότε το τείχος και το ισχυρό κάστρο των Σερρών έτσι ώστε να μην αποτελέσει εστία αντίστασης σε περίπτωση επαναστατικού κινήματος των υπόδουλων Ελλήνων.
Μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα, το Βυζαντινό τείχος είχε καταστραφεί ολοσχερώς και η πόλη περιβλήθηκε από ένα νέο τείχος, το μισό του οποίου χτίστηκε με «αγγαρεία» των Σερραίων, ενώ το άλλο μισό με έξοδα του Ισμαήλ Μπέη, του τότε διοικητή των Σερρών που φοβόταν επίθεση του Αλή Πασά των Ιωαννίνων, ο οποίος ήταν φοβερός εχθρός του και είχε εισβάλλει εκείνη την εποχή στη Μακεδονία.
Το τείχος, όμως, του Ισμαήλ Μπέη καταστράφηκε γρήγορα εξαιτίας της προχειρότητας με την οποία είχε κατασκευαστεί. Στην καταστροφή του συνέβαλε και η νέα αμαξιτή οδός που ξεκινούσε από το τέμενος του Αχμέτ Πασά ανατολικά και κατέληγε στα βορειότερα καφενεία των Κιόσκ (σημερινή οδός Εξοχών) και είχε χαραχθεί στα τέλη του 19ου αιώνα.
Ο Ελληνισμός του βορειοελλαδικού αυτού διαμερίσματος της χώρας, μολονότι υπέφερε τα πάνδεινα, διατηρούσε ακέραιη την εθνική του συνείδηση και το βασικό του όραμα που ήταν μια Πανελλήνια εξέγερση για εθνική αποκατάσταση.
Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας η πόλη των Σερρών παρουσίασε μεγάλη εμπορική ακμή και έγινε μεγάλο διεθνές εμπορικό κέντρο, στην αγορά του οποίου συνέρρεαν έμποροι διαφόρων εθνικοτήτων, για να εμπορευτούν αμπάδες, πρινοκόκι, μετάξι και κυρίως βαμβάκι. Υπήρχε επίσης ένα κεντρικό σημείο στη νέα πόλη όπου γίνονταν τα «παζάρια», δηλαδή οι εμπορικές συναλλαγές. Στις Σέρρες υπήρχαν αντιπρόσωποι όλων των παραδουνάβιων και Ευρωπαϊκών χωρών, οι οποίοι είχαν ιδρύσει στην πόλη διάφορες εταιρίες και εμπορικά καταστήματα. Μεταξύ αυτών ήταν και ο περίφημος Εμπορικός Βενετικός οίκος Rotta, Vianello & Cia, ο οποίος τελούσε υπό την προστασία του Ενετού προξένου της Θεσσαλονίκης. Επιπλέον, πλήθος Τούρκων Εμίρηδων κατέκλυζε την πόλη, οι οποίοι αγόραζαν μεγάλες ποσότητες βάμβακος για εξαγωγή προς την Πολωνία και τις χώρες της Μαύρης Θάλασσας.
Στις αρχές του 19ου αιώνα το εμπόριο γνώρισε την καλύτερη εποχή του, μια πραγματικά «αναγεννησιακή» περίοδο. Σ' αυτό συνέβαλε ο προοδευτικός Διοικητής των Σερρών Ισμαήλ Μπέης, ο οποίος κατόρθωσε να εδραιώσει συνθήκες στοιχειώδους ευνομίας και ασφάλειας των εμπορικών συναλλαγών. Την εποχή αυτή καθιερώθηκε και η περίφημη ετήσια εμποροπανήγυρη των Σερρών, το «Κερβάνι». Ιδιαίτερα άνθιζε τότε η εγχώρια βιομηχανία και γι' αυτό οι συντεχνίες ή «εσνάφια» όπως λέγονταν, ήταν πάρα πολύ πλούσιες. Υπήρχαν δε πολλές τέτοιες, όπως των Αμπατζήδων, των Πισκερτζήδων, των Μπασματζήδων κ.λ.π.
Στα μέσα του 19ου αιώνα, αναφέρεται ότι ετησίως εξάγονταν στη Γερμανία 30.000 δέματα βάμβακος, καθώς και «Μαροκινά» υφάσματα εγχώριας κατασκευής. Αντίθετα, από τη Γερμανία εισάγονταν είδη ραπτικής, κοσμήματα, διάφορα υφάσματα και προ παντός τσόχινα, απαραίτητα για τις ενδυμασίες των χωρικών, με τα οποία εφοδιαζόταν ολόκληρη η Μακεδονία. Ωστόσο, μεγάλες ποσότητες βάμβακος κρατούσαν και οι Σερραίοι για τις βιομηχανίες τους. Έτσι παρήγαγαν ταυτόχρονα και βιομηχανικά προϊόντα, κυρίως υφάσματα (αμπάδες, αλατζάδες κ.ά.) Είναι γνωστή μια πρόταση που έκανε ο Γάλλος Πρόξενος της Θεσσαλονίκης, για την κατεργασία της πυρίτιδας στις επαρχίες των Σερρών. Η πληροφορία αυτή δείχνει το σημείο στο οποίο έφτασε η βιομηχανοποίηση των πρώτων υλών στην επαρχία των Σερρών.
Η τεράστια αυτή ανάπτυξη του εμπορίου συνετέλεσε στην ίδρυση πρακτορείων και υποκαταστημάτων στα εμπορικά κέντρα του εξωτερικού για τις ανάγκες των Σερραίων εμπόρων. Έτσι τα μέλη των Σερραίων στις Μακεδονικές παροικίες της Αυστροουγγαρίας και της Βλαχίας, ιδίως της Βιέννης, αυξάνονταν διαρκώς. Από τα αρχεία της κοινότητας των Ορθόδοξων Ελλήνων στη Βιέννη πληροφορούμαστε ότι στην επαναληπτική εκλογή επιτρόπων του ναού του Αγίου Γεωργίου της 20ης Νοεμβρίου 1815 ψήφισαν μόνο 6 Σερραίοι, ενώ ο αριθμός τους αυξήθηκε σε 32 κατά τη γενική συνέλευση της 17ης Μαρτίου του επόμενου έτους, 1816.
Κατά τους χρόνους της εμπορικής αυτής ευδαιμονίας ήρθε στις Σέρρες ένας μεγάλος επιχειρηματίας, ο οποίος αργότερα έγινε η ηγετική μορφή της επανάστασης στη Μακεδονία, ο Εμμανουήλ Παπάς. Η ευφυΐα του και το επιχειρηματικό του πνεύμα βρήκαν τότε στην πόλη πρόσφορο έδαφος. Έτσι, γρήγορα έγινε ο μοναδικός μεγαλέμπορος και τραπεζίτης της περιοχής, σε σημείο να δεσμεύει με τη δανειακή πολιτική του όλους τους Μπέηδες των Σερρών.
Ωστόσο, στα τέλη του 19ου αιώνα, άρχισε  η βαθμιαία και κατόπιν οριστική παρακμή του εμπορίου των Σερρών, το οποίο περιήλθε στη γειτονική Θεσσαλονίκη. Η ανάπτυξη μιας ταχύτερης συγκοινωνίας με τα ατμόπλοια σήμανε το τέλος της εμπορικής ευδαιμονίας των Σερρών. Η τεράστια δε ανάπτυξη της Ευρωπαϊκής βιομηχανίας συνετέλεσε στην εξαφάνιση των τόσο ξακουστών συντεχνιών των Σερρών.
Κατά τους σκοτεινούς χρόνους της Τουρκοκρατίας η πόλη των Σερρών είχε κάνει ένα πρωτοποριακό βήμα μπροστά από όλες τις Μακεδονικές πόλεις και στη συστηματική καλλιέργεια και ανάπτυξη των Ελληνικών γραμμάτων, υπό την πνευματική ηγεσία φωτισμένων και πολύ μορφωμένων δασκάλων, οι οποίοι με τη λαμπρή διδασκαλία τους φώτισαν πολλές γενιές Ελληνόπουλων. Οι Σέρρες είχαν καταστεί τότε αληθινό πνευματικό κέντρο ολόκληρης της Ανατολικής Μακεδονίας. Έτσι εξηγείται και ο χαρακτηρισμός του Τούρκου γεωγράφου Χατζή Κάλφα, που την ονομάζει «πόλη των σοφών». Σύμφωνα δε με τον καθηγητή Gustav Weigand, «οι Σέρρες έπαιξαν για τον Ελληνισμό ρόλο ίδιο με εκείνον της Αχρίδας για τον Βουλγαρισμό, ως πολιτικό, εθνικό και εκκλησιαστικό κέντρο".
 Στην περίφημη Σχολή των Σερρών δίδαξαν σπουδαίοι δάσκαλοι εκείνης της εποχής, όπως ο Αναστάσιος Παπαβασιλόπουλος (1699-1702), ο Αναστάσιος Πώπας (1730), ο Αδάμος Ζαπέκος (1818-1821), ο Κωνσταντίνος Οικονόμου (1808-1815), ο Μηνάς Μηνωίδης (1815-1819), ο Ιωάννης Πανταζίδης (1858-1861) κ.ά.
Το 1870 ιδρύθηκε στις Σέρρες ο «Μακεδονικός Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος», με πρόεδρο τον γιατρό Ιωάννη Θεοδωρίδη, στην πρωτοβουλία του οποίου οφείλεται και η ίδρυση του περίφημου Διδασκαλείου Αρρένων (1871). Η διεύθυνση του Διδασκαλείου ανατέθηκε στον Δημήτριο Μαρούλη, άνδρα εξαιρετικής μόρφωσης και άριστο πατριώτη. Το Διδασκαλείο των Σερρών ήταν το πρώτο που ιδρύθηκε σε Τουρκοκρατούμενη περιοχή και έδειξε εθνικό ζήλο καθ' όλο του το βίο.
Όταν, όμως, από το 1880 άρχισαν να αναδιοργανώνονται τα σχολεία και η πόλη απέκτησε Δημοτικά σχολεία καθώς και Παρθεναγωγείο και Γυμνάσιο, τότε το Διδασκαλείο του Μαρούλη απώλεσε σημαντικό έδαφος, μέχρι το 1885 οπότε και διαλύθηκε οριστικά. Εξαιτίας της διάλυσής του, ο Μαρούλης εγκατέλειψε τις Σέρρες και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου και πέθανε το 1892. Μετά από αυτόν τον λαμπρό δάσκαλο δίδαξαν στην πόλη και άλλοι αξιόλογοι παιδαγωγοί, όπως ο Ιωάννης Δέλλιος και η Άννα Τριανταφυλλίδου.

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821
Με την ύψωση της σημαίας της Επανάστασης στην Αγία Λαύρα την 25η Μαρτίου του 1821 επαναστάτησαν και οι Σέρρες υπό την ηγεσία του σπουδαίου τέκνου τους και ένθερμου πατριώτη Εμμανουήλ Παπά, με τον οποίο συνδέεται και όλη η Ιστορία των Επαναστατικών εκείνων χρόνων.
Ο Εμμανουήλ Παπάς γεννήθηκε το 1773 στη Δοβίστα, χωριό πολύ κοντά στις Σέρρες, που σήμερα έχει το όνομά του. Ο πατέρας του Δημήτριος, πλούσιος προύχοντας της περιοχής, σε νεαρή ηλικία χειροτονήθηκε ιερέας και τιμήθηκε με το εκκλησιαστικό αξίωμα του Οικονόμου. Από κει προέρχεται και η οικογενειακή προσωνυμία του "Παπάς". Μετά τη στοιχειώδη μόρφωσή του στο χωριό, ο Εμμανουήλ Παπάς μετέβη στις Σέρρες, για να συμπληρώσει τις σπουδές του στην εκεί ξακουστή Σχολή. Όταν αποφοίτησε από τη Σχολή, επέστρεψε στη Δοβίστα, όπου και παντρεύτηκε. Το 1805, όμως, το εμπορικό του δαιμόνιο τον επανέφερε στις Σέρρες ακριβώς την εποχή που το εμπόριο βρισκόταν στη μεγαλύτερη ακμή του. Σύντομα έγινε μεγάλος τραπεζίτης και μεγαλέμπορος της εποχής εκείνης, σεβαστός ακόμη και στους Τούρκους Μπέηδες.
Ο Παπάς μυήθηκε πολύ νωρίς στη Φιλική Εταιρεία από τον Ιωάννη Φαρμάκη και δεν δυσκολεύτηκε να μυήσει στον Ιερό Αγώνα τους τέσσερις αδερφούς του καθώς και τους ικανότερους πρόκριτους της Δοβίστας, οι οποίοι φρόντιζαν για τον εξοπλισμό των γύρω χωριών. Ωστόσο, λίγο αργότερα αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τις Σέρρες εξαιτίας της σφοδρής φιλονικίας του με τον Μπέη των Σερρών και πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου είχε την ευκαιρία να συνεργαστεί στενότερα με τους Φιλικούς. Στο μεταξύ η φήμη για την πατριωτική του δράση έφθασε σε κάθε άκρη της Ελλάδας. Είχε σχεδιάσει μάλιστα και δολοφονική απόπειρα εναντίον του ίδιου του Σουλτάνου, η οποία όμως απέτυχε λόγω προδοσίας.
Όταν κηρύχτηκε η Επανάσταση, ο Εμμανουήλ Παπάς εγκατέλειψε την Κωνσταντινούπολη και μετέβη στο Άγιο Όρος, όπου έγινε δεκτός με ενθουσιασμό από ηγούμενους και μοναχούς και ανακηρύχθηκε Αρχιστράτηγος της Μακεδονίας. Αφού εγκατέστησε το Στρατηγείο του στο Άγιο Όρος, ανέλαβε δράση μαζί με τους 2500 άνδρες του.
Στο μεταξύ στις Σέρρες εκδηλώθηκε επαναστατικό κίνημα με την καθοδήγηση του Μητροπολίτη, το οποίο όμως καταπνίγηκε εν τη γενέσει του, ενώ η πόλη σώθηκε από θαύμα από την ερήμωση και τη σφαγή. Ήταν τότε η 8η Μαΐου 1821, ημέρα γιορτής του Ευαγγελιστή Ιωάννη του Θεολόγου, ο οποίος και θεωρήθηκε σωτήρας και προστάτης της πόλης. Γι' αυτό και οι Σερραίοι 14 χρόνια μετά, το 1835, έχτισαν προς τιμήν του ομώνυμο ναό στη συνοικία Άνω Καμενίκια. Ενώ όμως η καταστροφή της πόλης αποφεύχθηκε, η εκδικητική μανία των Τούρκων ξέσπασε πάνω στην οικογένεια του Εμμανουήλ Παπά. Η σύζυγός του με τα παιδιά του ρίχτηκαν στη φυλακή. Η περιουσία του δημεύθηκε και το σπίτι του κάηκε. Ο ίδιος, όμως, άκαμπτος συνέχισε χωρίς βοήθεια τον σκληρό αγώνα στη Χαλκιδική. Ενώ οι Τούρκοι είχαν αρχίσει γενική επίθεση κατά των Ελλήνων, ο Παπάς έκανε εκκλήσεις βοήθειας προς τον Υψηλάντη, χωρίς κανένα αποτέλεσμα.
Οι επιτυχίες του στην Κασσάνδρα και η διάθεση ολόκληρης της προσωπικής του περιουσίας για τον αγώνα δεν έσωσαν το επαναστατικό κίνημα. Έτσι, μετά την εκστρατεία του Αβδούλ Αμπούδ, την καταστροφή της Κασσάνδρας και την υποταγή των Αγιορειτών, ο Παπάς αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Άγιο Όρος καταδιωκόμενος από τον τουρκικό στρατό. Αναχώρησε με πλοιάριο για την Ύδρα, αλλά εξαντλημένος από τις κακουχίες του πολέμου και από τις συγκινήσεις της τραγικής του περιπέτειας, πέθανε από συγκοπή μέσα στο πλοιάριο όταν περιέπλεε τον Καφηρέα. Η σωρός του ήρωα μεταφέρθηκε στην Ύδρα και κηδεύτηκε με τιμές στρατηγού. Το 1843 αναρτήθηκε στο Ελληνικό Βουλευτήριο το όνομά του, ως ενός από τους πρωταγωνιστές της Επανάστασης του 1821.

Ο ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ
Ο μακροχρόνιος και αιματηρός Μακεδονικός Αγώνας από την πλευρά των Βουλγάρων, το νεότευκτο κράτος των οποίων τελούσε υπό την προστασία των μεγάλων Ευρωπαϊκών δυνάμεων, είχε σκοπό την εξόντωση του ελληνισμού της Μακεδονίας και την πραγματοποίηση του σλαβικού ονείρου, την έξοδο δηλαδή της Βουλγαρίας στο Αιγαίο. Από την ελληνική πλευρά είχε σκοπό την εξουδετέρωση των σατανικών σχεδίων του σλαβισμού και την τόνωση του εθνικού φρονήματος των Ελλήνων της Μακεδονίας.
Ο Μακεδονικός Αγώνας, αν κριθεί από τις φάσεις και τ' αποτελέσματά του, πρέπει να θεωρηθεί η μεγαλύτερη απελευθερωτική προσπάθεια της ελληνικής φυλής, ύστερα από τους αγώνες του 1821. Χωρίς τον Μακεδονικό Αγώνα, η Μακεδονία θα χανόταν οριστικά από την Ελλάδα και η Βουλγαρία με τη διεθνή υποστήριξη που είχε, χωρίς κανένα εμπόδιο, όχι μόνο θα έβγαινε στο Αιγαίο, αλλά θα περιόριζε το Ελληνικό Κράτος στα στενά όρια που είχε πριν από το 1912.
Μετά από την αποτυχία της Μεγάλης Βουλγαρίας της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου, οι Πανσλαβιστές, που δεν είχαν την τόλμη να ζητήσουν τουρκικά εδάφη, δημιούργησαν το "Μακεδονικό ζήτημα" και το μύθο για "Μακεδονική εθνότητα".
Στις αρχές, η προσπάθειά τους αυτή είχε πανσλαβικό χαρακτήρα. Αργότερα όμως περιορίστηκε σε καθαρά βουλγαρικό, με σκοπό ν' αλλοιώσουν το εθνικό φρόνημα των Μακεδόνων, να εκσλαβίσουν τη Μακεδονία, να πετύχουν την αυτονομία της και στο τέλος να την ενσωματώσουν στο βουλγαρικό βασίλειο, με τον ίδιο τρόπο που ενσωμάτωσαν την Ανατολική Ρωμυλία. Σ' αυτό βοηθούσαν και οι συγκυρίες. Είχαν ήδη αρχίσει ν'ακούγονται επικίνδυνα οι τριγμοί του οικοδομήματος της απέραντης Οθωμανικής αυτοκρατορίας και το 1904 σύμφωνα με τον ιστορικό Γ.Καφταντζή ήταν το κρίσιμο έτος για την τύχη του Ελληνισμού της Μακεδονίας: τα μεταρρυθμιστικά προγράμματα της Βιέννης και Μυρστέγης και η αποκορύφωση της βουλγαρικής επαναστατικής δραστηριότητας του 1903 (σαμποτάζ Θεσσαλονίκης, Ίλιντεν κ.τ.λ.) δημιούργησαν την εντύπωση της υπεροχής του σλαβικού στοιχείου στη Μακεδονία, ενώ ταυτόχρονα βρήκαν την Ελλάδα απομονωμένη και εξασθενημένη από τον άτυχο πόλεμο του 1897.
Η πιθανότητα όμως να γίνει αυτόνομη η Μακεδονία ή να χωριστεί διοικητικά σε εθνικές πλειοψηφίες με βάση αβέβαια στατιστικά στοιχεία, αφύπνισε την κυβέρνηση των Αθηνών και την ανάγκασε να εγκαταλείψει την παθητική πολιτική της. Άρχισε να οργανώνει αντάρτικες ομάδες και δίκτυα πληροφοριών, να ενισχύει την παιδεία, να στελεχώνει με ειδικούς οργανωτές αξιωματικούς τα προξενεία και γενικά να μεθοδεύει και να συντονίζει την άμυνα στην υπόδουλη Μακεδονία. Μυστικό κέντρο του Μακεδονικού Αγώνα στην Ανατολική Μακεδονία ήταν οι Σέρρες, όπου είχαν σχηματισθεί διάφορα ανταρτικά σώματα υπό τους Μακεδόνες οπλαρχηγούς Γιαγκλή, Δούκα, Βλάχβεη, Καπετάν Μητρούση και Ανδρέα Μακούλη, τα οποία ανέπτυξαν πρωτοφανή εθνική δράση. Απ'αυτούς ο Γιαγκλής έδρασε στην περιφέρεια Νιγρίτας, ο καπετάν Δούκας γύρω από το Παγγαίο, ο Βλάχβεης στην περιφέρεια Σιδηροκάστρου και Ηράκλειας και ο Μακούλης στην επαρχία Σερρών.
Οι θηριωδίες στο μεταξύ των Βουλγάρων κατά των Ελλήνων της Μακεδονίας, όταν είδαν ότι η προπαγάνδα μόνη της δεν έφερνε θετικό γι'αυτούς αποτέλεσμα, ήταν απερίγραπτες. Οι φοβερές καταπιέσεις, ωστόσο, τα βασανιστήρια, οι εμπρησμοί και οι φριχτές δολοφονίες δεν φάνηκαν ικανές να αλλοιώσουν το εθνικό φρόνημα των Ελλήνων. Το ελεύθερο δε ελληνικό κράτος αναγνωρίζοντας την σθεναρή αντίσταση του πληθυσμού και τον υπεράνθρωπο αγώνα των ανταρτικών ομάδων, τους ενίσχυε διαρκώς στέλνοντας στην υπηρεσία του Προξενείου δραστήριους πατριώτες με όλα τα απαραίτητα εφόδια για το είδος της αποστολής τους. Έτσι τη δράση των ανταρτών σ'όλο το διάστημα του αγώνα διηύθυναν και ενίσχυαν ικανοί άνδρες, όπως ο Ίων Δραγούμης, ο Τσαμαδός, ο Στουρναράς, ο Φλωριάς κ.α.
Κατά τον ιερό αυτό αγώνα η σπουδαιότερη εστία του κινήματος, η πόλη των Σερραίων, ανέδειξε αληθινούς πατριώτες και ήρωες, οι οποίοι θυσίασαν τη ζωή τους για την ιερή ιδέα της απελευθέρωσης. Σ' αυτό το πάνθεο των ηρώων του Μακεδονικού Αγώνα η αθανασία έδωσε εξέχουσα θέση σε δυο κυρίως άξια τέκνα των Σερρών: τον Καπετάν Μητρούση, των οποίων η δράση έγινε θρύλος και ο πατριωτισμός τους φωτεινό παράδειγμα προς μίμηση.
Ο Μητρούσης Γκογκολάκης καταγόταν από το χωριό Χομόνδος. Με την εθνική του δράση έγινε ο φόβος των Βουλγάρων Κομιτατζήδων.

Μια μέρα το 1907 βουλγαρική συμμορία υπό τον αρχικομιτατζή Αραμπατζή, εκμεταλλευόμενη την απουσία του Γκογκολάκη, έβαλε φωτιά στο σπίτι του και κατέσφαξε ολόκληρη την οικογένειά του. Ο Μητρούσης όταν επέστρεψε κι αντίκρυσε το θλιβερό θέαμα των πτωμάτων των αγαπημένων του, ορκίστηκε εκδίκηση.
Συγκρότησε σύντομα δικό του αντάρτικο σώμα και άρχισε τη δίωξη των κομιτατζίδων. Στο πλευρό του πολεμούσαν ο παιδικός του φίλος Αθανάσιος Γιοβάνης, ο συμπατριώτης του Μιχάλης Ουζούνης, ο Νικόλαος Παναγιώτου από το Αγρίνιο και ο Θεόδωρος Τουρλεντές από το Λεοντάριο. Στις 13 Ιουλίου 1907, ημέρα Παρασκευή, ο Καπετάν Μητρούσης κυνηγώντας με τα παλικάρια του τους Βουλγάρους μπήκε στις Σέρρες και κρύφτηκε στο σπίτι του Παπαθανάση, ιερέα του ναού της αγίας Ευαγγελίστριας στα Κάτω Καμενίκια. Η παραμονή του όμως στην πόλη προδόθηκε στους Τούρκους και αμέσως 12.000 τούρκοι στρατιώτες κύκλωσαν τη συνοικία. Ο Καπετάν Μητρούσης τότε εγκατέλειψε το σπίτι του και κατέφυγε με τους 5 άνδρες του στο καμπαναριό της εκκλησίας. Άρχισε τότε μια άνιση μάχη με αποτέλεσμα να σκοτωθούν δύο από τους συντρόφους του, ενώ οι άλλοι τρεις βαριά πληγωμένοι έπεσαν αιχμάλωτοι στους Τούρκους. Ο Καπετάν Μητρούσης αγωνίστηκε μόνος μέχρις εσχάτων. Αφού σκότωσε δεκάδες Τούρκων και τέλειωσαν τα πυρομαχικά του αυτοκτόνησε με το μαχαίρι του, για να μην πέσει ζωντανός στα χέρια των Τούρκων (14 Ιουλίου 1907). Ο θάνατός του σύντομα έγινε θρύλος και τραγούδι που τραγουδούσαν επί πολλά χρόνια οι Σερραίοι. "Μητρούσης καπετάνιος, θεόν παρακαλεί να έμβρει μες στα Σέρρας, να σύρη το σπαθί!"

ΜΗΤΡΟΥΣΗΣ
Νύχτες σκοτεινές, κανένα αστέρι
στον ορίζοντα, βογγούσαν τα ουράνια,
τρίζαν τα δέντρα από τη μαύρη
σκλαβιά το ποτάμι της ελπίδας
πότιζε τα αιματοβαμμένα μονοπάτια
της Μακεδονικής γης.
Στην Ευαγγελίστρια, εκκλησία των Σερρών,
λάμπει, αγνέ Μακεδονομάχε, η υπεράνθρωπη
δύναμη της λεβεντιάς σου...
Ψηλά στο καμπαναριό με τους δικούς σου
πήρες τη νίκη της Ελληνικής ψυχής...
Η Ελλάδα χρωστάει πολλά σ' εσένα...
Οι θρήνοι των σκλαβωμένων...
Οι καπνοί από τα κατεστραμμένα,
ξεκληρισμένα χωριά σε έστησαν
στον Ολύμπιο θρόνο της σκέψης.
"Δάφνες της Μακεδονίας" Ν.Κοντού

Ο Στέργιος Βλάχβεης γεννήθηκε στην Ηράκλεια και διαδέχτηκε τον Θ. Χατζηπανταζή στην αρχηγία του αντάρτικου σώματος της Τζουμαγιάς. Ήταν από τους πρώτους αντάρτες του Μακεδονικού Αγώνα. Έδρασε στη Χαλκιδική και στην περιοχή της λίμνης Αχινού. Με τον Νάσο Φεγγαρά στις 13 Σεπτεμβρίου 1907 ανέλαβε και πραγματοποίησε την εκτέλεση του καταδότη Ντίγκα που πρόδωσε τον καπετάν Μητρούση και τα παλικάρια του στις Τουρκικές αρχές ένα μήνα πριν. Στις 22 Ιουλίου 1908 έφτασε στις Σέρρες. H ομάδα του ήταν η πρώτη που παραδόθηκε επίσημα στην πόλη. Η Ελληνική κυβέρνηση του απένειμε αναμνηστικό μετάλλιο και τον ανέγραψε στην επετηρίδα των Μακεδονομάχων.
Ο Δούκας Δούκας ήταν εύπορος Σερραίος βιομήχανος. Είχε ιδιόκτητο κλωστήριο και μεγάλο κατάστημα στις Σέρρες. Ένθερμος πατριώτης, το 1904 εγκατέλειψε οικογένεια και πλούτη και πήγε στην Αθήνα, όπου κατατάχθηκε σαν απλός αντάρτης στο Σώμα του Αξιωματικού Τσόντου Βάρδα. Πολέμησε και διακρίθηκε στη Δυτική Μακεδονία από το 1904 μέχρι το 1905, οπότε επανήλθε στις Σέρρες και ανέλαβε το σχηματισμό δικού του Σώματος με δράση στην περιοχή των Σερρών, Ζίχνης, Παγγαίου, όπου έγραψε σελίδες ηρωισμού.
Ο οπλαρχηγός Χατζηπανταζής καταγόταν από τη Σκοτούσα. Το Σώμα του έδρασε στην περιοχή Σερρών. Το Σεπτέμβριο του 1904 σε μια άγρια συμπλοκή με τους Βουλγάρους στο ναό του Αγίου Παντελεήμονα στις Σέρρες, ο Χατζηπανταζής σκοτώθηκε, αφού προηγουμένως εξόντωσε τρεις επικίνδυνους Βουλγάρους. Την αρχηγία του Σώματος τότε ανέλαβε ο Στ. Βλάχβεης, ενώ η χήρα του Χατζηπανταζή, η καπετάνισσα Σοφία, παρέμεινε στο Σώμα μέχρι το τέλος του Μακεδονικού Αγώνα.
Ο Παπαπασχάλης ήταν εφημέριος στο Λειβαδοχώρι, τη γενέτειρα του. Οι κομιτατζήδες σκότωσαν τους γονείς του κι άλλους συγγενείς. Τότε ο Παπαπασχάλης συγκέντρωσε γύρω του εννέα παλικάρια, συγγενείς και συγχωριανούς και ανακηρύχθηκε αρχηγός με το ψευδώνυμο καπετάν Ανδρούτσος. Ανέλαβε διμέτωπο αγώνα εναντίον Βουλγάρων και Τούρκων. Μετά από 4 μήνες όμως, το Φεβρουάριο του 1907 και μετά την προδοσία Τούρκου ψευτοφίλου του, κυκλώθηκε από μεγάλη στρατιωτική δύναμη στο χωριό Νικόκλεια. Από την τρίωρη μάχη ο καπετάν Ανδρούτσος τραυματίστηκε βαριά.
Εξακολουθούσε όμως να πολεμάει ενώ πλάι του έπεφταν ο ένας μετά τον άλλο οχτώ από τους συντρόφους του. Προσπάθησε με τα πυρά του να διευκολύνει τη διαφυγή τριών άλλων οι οποίοι και διασώθηκαν. Μετά την τελευταία του σφαίρα οι Τούρκοι τον βρήκαν ημιθανή από την αιμορραγία. Τον αποτελείωσαν με λογχισμούς και τον πέταξαν σε έναν λάκκο.
Η ηρωϊκή και αγνή μορφή του Παπαπασχάλη θα είχε απομείνει τελείως άγνωστη, αν έλειπε η έκθεση του Έλληνα Προξένου των Σερρών της 27ης Φεβρουαρίου 1907.
Στο Μακεδονικό αγώνα πολύτιμες υπηρεσίες πρόσφερε και ο Μουσικογυμναστικός Σύλλογος "ΌΡΦΕΥΣ", που ιδρύθηκε το 1905 και διακρίθηκε για την καλλιτεχνική, αθλητική και κυρίως εθνική του δράση. Ο πραγματικός άλλωστε σκοπός της ίδρυσής του ήταν εθνικός, η δε διδασκαλία της μουσικής και δραματικής τέχνης ήταν το πρόσχημα της ίδρυσής του. Στα υπόγεια των Γραφείων του Συλλόγου γίνονταν συχνά συγκεντρώσεις των μελών του, όπου λαμβάνονταν διάφορες αποφάσεις για την πορεία του αγώνα και καταστρώνονταν σχέδια μύησης όλων των Σερραίων στον ιερό αγώνα.
Ο Σύλλογος για να καλύψει την ενεργό του συμμετοχή στον αγώνα έδινε διάφορες θεατρικές παραστάσεις και γενικά ανέπτυσσε αξιόλογη καλλιτεχνική δράση μέχρι το 1913. Η περίοδος όμως 1913-18 ήταν ένα διάλειμμα στη δράση του 'Ορφέα'. Μόνον το 1919 έγινε η επανασύστασή του και ξαναβρήκε την παλιά αίγλη του. Από το 1925 μάλιστα σημείωσε εξαιρετική καλλιτεχνική πρόοδο και απέκτησε άριστη μαντολινάτα, μπάντα και χορωδία.
Και σήμερα ο Ορφέας, συνεχίζοντας τη μεγάλη παράδοσή του, συμμετέχει στις καλλιτεχνικές και μουσικές εκδηλώσεις που οργανώνονται στην πόλη των Σερρών.

ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ
Στις 30/5/1913 υπογράφεται στο Λονδίνο η Συνθήκη Ειρήνης ανάμεσα στην ηττημένη Τουρκία και στους βαλκανικούς συμμάχους. Στα παρασκήνια ωστόσο προετοιμάζονται άλλα γεγονότα, με αποτέλεσμα την εποχή που τελείωνε ο Α' Βαλκανικός Πόλεμος να αρχίζει ένας δεύτερος, που αν και ονομάσθηκε Β' Βαλκανικός πόλεμος, για την Ελλάδα ήταν ο πόλεμος κατά της Βουλγαρίας.
Κατά τον Α' Βαλκανικό πόλεμο απελευθερώθηκε η Νιγρίτα από τμήματα του Ελληνικού στρατού που εκδίωξαν τους Τούρκους της περιοχής στις 22/10/1912. Στις 20/2/1913 όμως οι Βούλγαροι επιτέθηκαν εναντίον της πόλης με σημαντικές δυνάμεις στρατού. Ο Ελληνικός στρατός που υπεράσπιζε την Νιγρίτα, μετά από τριήμερη σκληρή μάχη ανάγκασε τους Βουλγάρους να υποχωρήσουν προς τις Σέρρες.
Μετά τις ιστορικές μάχες του Κιλκίς και Λαχανά, ο βούλγαρος διοικητής των Σερρών, στρατηγός Βουλκώφ έλαβε διαταγή να εγκαταλείψει την πόλη με όλες τις βουλγαρικές αρχές και να φύγει προς τη Σόφια. Πραγματικά την 21η Ιουνίου ο Βουλκώφ μπροστά στο φόβο της προέλασης του Ελληνικού Στρατού που είχε φθάσει στην αντίπερα όχθη του Στρυμόνα, εγκατέλειψε τις Σέρρες και έφυγε προς το Σιδηρόκαστρο, όπου είχε πληροφορηθεί ότι κατευθυνόταν οπισθοχωρώντας ο Βουλγαρικός στρατός.
Πραγματικά στο Σιδηρόκαστρο είχαν συγκεντρωθεί όλα τα ανατολικά του Στρυμόνα βουλγαρικά τμήματα (44 Τάγματα) μετά την αγγελία της ήττας των Βουλγάρων στις μάχες του Κιλκίς και Λαχανά. Στις 26 Ιουνίου η έβδομη και έκτη Μεραρχία (δηλ. τμήματα της στρατιάς του Μανουσάκη) επιτέθηκαν εναντίον των Βουλγάρων και έδωσαν σκληρή μάχη που κατέληξε στις 27 Ιουνίου σε νίκη των Ελληνικών Μεραρχιών και την υποχώρηση της στρατιάς του Ιβάνωφ προς τη Στρώμνιτσα. Στο μεταξύ πριν φύγουν οι Βούλγαροι από την πόλη έδειξαν για μια ακόμη φορά όλη την εκδικητική τους μανία στον άμαχο πληθυσμό. Έσφαξαν το Μητροπολίτη Σιδηροκάστρου, 2 ιερείς, 100 προκρίτους και πολλά γυναικόπαιδα. Ο Μητροπολίτης μάλιστα βρέθηκε από τους Έλληνες φριχτά ακρωτηριασμένος. Του είχαν αφαιρεθεί οι τρίχες του προσώπου και του κεφαλιού, πράγματα που προδίδουν το φρικτό μαρτύριο προ του θανάτου του. Τέτοιες σκηνές η πόλη επρόκειτο να γνωρίσει και πάλι το 1917.
Πριν εγκαταλείψουν οι Βούλγαροι την πόλη των Σερρών κατέστρεψαν και τις γέφυρες του Στρυμόνα, επιβραδύνοντας έτσι την προέλαση του Ελληνικού στρατού, ο οποίος δεν μπόρεσε να ελευθερώσει την πόλη. Οι Σέρρες ανυπεράσπιστες αφέθηκαν στο έλεος των άγριων κομιτατζήδων, που επανέλαβαν και εδώ την τακτική τους, της σφαγής αθώων κατοίκων και της πυρπόλησης της πόλης. Κάηκαν τότε 18 περίπου εκκλησίες και σφάχτηκαν εκατοντάδες Σερραίων. Οι σκηνές αυτές της φρίκης συνεχίστηκαν μέχρι το απόγευμα της 28ης Ιουνίου, οπότε οι Βούλγαροι άρχισαν να φεύγουν προς τη Σόφια, γιατί έφτανε η είδηση περί προέλασης του Ελληνικού στρατού. Φεύγοντας όμως συνέλαβαν πολλούς προκρίτους της πόλης, τον Γυμνασιάρχη Παπαπαύλου, τον γιατρό Χρυσάφη, τον φαρμακοποιό Φωκά, τον διευθυντή της Τράπεζας Αθηνών Σταμούλη κ.α. Τα πτώματά τους βρέθηκαν αργότερα στο δρόμο προς το Λιμπούνοβο.
Στο μεταξύ ο ελληνικός στρατός, αφού με πολύ κόπο κατόρθωσε να επιδιορθώσει τη γέφυρα του Στρυμόνα, άρχισε την προέλασή του προς τις Σέρρες. Το μεσημέρι της 29ης Ιουνίου 1913 μπήκε στις Σέρρες, που είχε παραδοθεί από τους Βουλγάρους στις φλόγες και απελευθέρωσε τις Σέρρες από το διπλό ξενικό ζυγό.
Με την ένδοξη περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων του 1912-13 συμπίπτει και η Συγκρότηση της Χ' Μεραρχίας, της οποίας έδρα είναι η πόλη των Σερρών.
Οι Σερραίοι τρέφουν μεγάλη συμπάθεια για την ηρωική Χ' Μεραρχία, που αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι έχουν δώσει το όνομά της σε κεντρική οδό της πόλης τους.
Η Χ' Μεραρχία συγκροτήθηκε κατόπιν διαταγής του Βασ. Κωνσταντίνου την 22α Μαρτίου του 1913, δηλαδή λίγο πριν την κήρυξη του πολέμου κατά των Βουλγάρων. Ο σκοπός της συγκρότησής της ήταν η ενίσχυση του Στρατού της Μακεδονίας εν όψει του κινδύνου από τη στάση των Βουλγάρων, οι οποίοι θεωρούσαν τους εαυτούς τους ως μοναδικούς συντελεστές της νίκης κατά των Τούρκων.
H X' Μεραρχία ανέπτυξε λαμπρή δράση στον Ελληνοβουλγαρικό Πόλεμο του 1913 και πρόσφερε άφθονο αίμα για την ολοκληρωτική απελευθέρωση της Μακεδονίας. Οι απώλειές της κατά τον Β' Βαλκανικό Πόλεμο ήταν 17 νεκροί και 38 τραυματίες αξιωματικοί και 239 νεκροί και 914 τραυματίες οπλίτες. Συμμετείχε επίσης στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1919-22, καθώς και στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο του 1940-41.

ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ
Πολύ γνωστή από τους δύο παγκοσμίους πολέμους είναι η οχυρή στενωπός του Ρούπελ, που σχηματίζεται μεταξύ του όρους Αγκίστρου και των ανατολικών προσβάσεων του Μπέλλες. (Μέσα από τη στενωπό αυτή ρέει ο ποταμός Στρυμόνας και κοντά στη βόρεια έξοδό της βρίσκεται η Ελληνοβουλγαρική μεθόριος). Λόγω της στρατηγικής της σημασίας μετά τον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο κατασκευάσθηκε στη θέση αυτή ανασχετικό σύστημα οχυρών, από τα οποία ισχυρότερο ήταν αυτό του Ρούπελ, που βρίσκεται προς τη βόρεια έξοδο της στενωπού.
Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο καταλήφθηκε στις 26 Μαϊου 1916 από τις Βουλγαρογερμανικές δυνάμεις, κάτω από τις εξής συνθήκες: Στις 9.45΄ ώρα ο Διοικητής του οχυρού ταγματάρχης Μαυρουδής ανέκοψε την προέλαση 2 βουλγαρικών συνταγμάτων της 7ης Μεραρχίας, τα οποία αφού πέρασαν το πρωί τη μεθόριο, προήλασαν προς το οχυρό. Ο ταγματάρχης Μαυρουδής εκτελώντας διαταγές άρχισε να βάλλει με το πυροβολικό κατά των συνταγμάτων αυτών, με αποτέλεσμα να ανακόψει την κίνησή τους.
Στη συνέχεια όμως μετά από συνεννόηση με τον Υπουργό Στρατιωτικών διατάχθηκε να παραδώσει το φρούριο, εφ' όσον το επιτιθέμενο στράτευμα βρισκόταν υπό τη διοίκηση Γερμανού αξιωματικού. Έτσι το οχυρό παραδόθηκε μαζί με το βαρύ οπλισμό του στο Γερμανό αξιωματικό Τιλ.
Το 1941 οι Γερμανοί στην προσπάθειά τους να εισβάλλουν στην Ελλάδα έστρεψαν και πάλι την προσοχή τους στο Μπέλλες και κυρίως στο οχυρό Ρούπελ. Η επίθεση κατά του οχυρού αυτού ήταν από τις μεγάλες στιγμές του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Οι Γερμανοί έριξαν στο Ρούπελ όλο το βάρος τους. Η αντίσταση όμως των Ελλήνων ήταν αποτελεσματική. Οι Γερμανικές επιθέσεις, που γίνονταν με ανεξάντλητο πείσμα, αποκρούονταν συνεχώς από την 6η μέχρι το πρωί της 10ης Απριλίου, οπότε έπαψαν οι εχθροπραξίες και το φρούριο παραδόθηκε λόγω της εισβολής των Γερμανών στην Ελλάδα.
Η οργανωμένη ένοπλη εθνική αντίσταση στη χώρα μας στο διάστημα της κατοχής 1941-44 ξεκίνησε από το χωριό Κερδύλια του Νομού Σερρών.
Στις 17 Οκτωβρίου 1941 οι χιτλερικές δυνάμεις πληροφορήθηκαν ότι το ένοπλο ελληνικό αντάρτικο σώμα "Οδυσσέας Ανδρούτσος" πέρασε από το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου, κοντά στα χωριά Άνω και Κάτω Κερδύλια. Κύκλωσαν τότε την περιοχή και συνέλαβαν όλους σχεδόν τους άνδρες και τα αγόρια και τους εκτέλεσαν σε ύψωμα, όπου σήμερα υπάρχει το Κοιμητήριο των Πεσόντων. Κάτω από τις σφαίρες των κατακτητών έπεσαν συνολικά 250 άτομα ηλικίας από 15 μέχρι 60 ετών. Κατόπιν οι βάρβαροι κατακτητές πυρπόλησαν τα χωριά κι έδιωξαν τα γυναικόπαιδα μακριά. Σήμερα σώζονται ερείπια σπιτιών και παραμένουν όρθια μόνο οι εκκλησίες των χωριών και το κοιμητήριο των Πεσόντων.
Η εκτέλεση των 250 Κερδυλιωτών είναι η πρώτη εκτέλεση στον Ελλαδικό χώρο. Και η Νιγρίτα όμως δοκιμάστηκε σκληρά από τους Γερμανούς κατά την περίοδο της κατοχής. Μετά από συμπλοκή ανάμεσα σε Γερμανούς κατακτητές και Έλληνες αντάρτες της εθνικής αντίστασης, οι Γερμανοί έβαλαν φωτιά στις ηλεκτρικές εγκαταστάσεις της Νιγρίτας, πυρπόλησαν μεγάλο μέρος της πόλης και συνέλαβαν όλους τους άνδρες και τα γυναικόπαιδα με σκοπό να τους τουφεκίσουν όλους. Με μεσολάβηση όμως του αρχιμανδρίτη Κων/νου Καρδαμένη αφέθηκαν ελεύθερα τα γυναικόπαιδα και οι άνδρες οδηγήθηκαν στο χωριό Καλόκαστρο. Απ' αυτούς 40 άντρες οδηγήθηκαν και κλείστηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Γερμανία, ενώ οι υπόλοιποι αφέθηκαν ελεύθεροι. Η μεταστροφή αυτή των Γερμανών αποδόθηκε σε θαύμα του Αγίου Νικήτα, τον οποίο τιμούν και ευλαβούνται οι κάτοικοι της Νιγρίτας.
Εκτός όμως από τα Γερμανικά στρατεύματα κατοχής, ο Νομός Σερρών αντιμετώπισε ως κατακτητές και τους Βουλγάρους, οι οποίοι κατέστρεφαν με μανία κάθε τι ελληνικό και εκδήλωναν το φοβερό τους μίσος και την απύθμενη κακία τους με βασανισμούς, φυλακίσεις, εκδιώξεις και δολοφονίες σ' όλη τη διάρκεια της κατοχής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου