--> Ένα νέο KerkiniToday έχετε μπροστά σας--> Το KerkiniToday, είναι η ηλεκτρονική εφημερίδα ενός "άλλου" κόσμου από την καρδιά της Κερκίνης -->

Λίμνη Κερκίνη

Ο πολλαπλός ρόλος του υγρότοπου
Ο υγρότοπος λίμνης Κερκίνης έχει πλήθος αξιών, λειτουργιών και χρήσεων, ορισμένες από τις οποίες είναι:
Αντιπλημμυρική: Συγκρατεί τα νερά του Στρυμόνα και αποτρέπει τον κίνδυνο πλημμυρών στην πεδιάδα των Σερρών
Αρδευτική: Παρέχει νερό για άρδευση σε μεγάλο μέρος του νομού Σερρών
Αλιευτική: Είναι από τις πλουσιότερες σε ψάρια λίμνες της χώρας
Βιοποικιλότητας: Η λίμνη με την υγροτοπική της βλάστηση και τα βουνά που την περιβάλουν, προσφέρει καταφύγιο και τροφή σε πολλά είδη άγριας ζωής.
Επιστημονική: Αποτελεί σπουδαίο πεδίο επιστημονικής έρευνας για τους υγρότοπους, τη διαχείρισή τους και τις ανθρωπογενείς επιδράσεις πάνω στις λειτουργίες τους, εξαιτίας της ποικιλότητας του βιολογικού της πλούτου και των δραστηριοτήτων που αναπτύσσονται στην περιοχή
Εκπαιδευτική-Αγωγής: Ο υγρότοπος και η γύρω περιοχή προσφέρονται για περιβαλλοντική εκπαίδευση και αγωγή για μαθητές και ενήλικες
Αναψυχής - Οικοτουρισμού: Μπορεί να προσφέρει στον επισκέπτη ξεκούραση και γαλήνη και να αποτελέσει πόλο ανάπτυξης ήπιων δραστηριοτήτων αναψυχής
Οικονομική: Ο υγρότοπος είναι πηγή σημαντικού εισοδήματος για γεωργούς, κτηνοτρόφους και ψαράδες, ενώ με τη συνεχόμενη ανάπτυξη του οικοτουρισμού, ευδοκιμούν νέα επαγγέλματα στην ευρύτερη περιοχή (υπηρεσίες ενημέρωσης, εστίασης, ύπνου κ.ά.).

Διαχείριση νερού και διαχρονικές αλλαγές στα κυριότερα ενδιαιτήματα και επιπτώσεις στην πανίδα της περιοχής
Η δημιουργία του νέου φράγματος και η ανύψωση της στάθμης του νερού της λίμνης κατά τρία τουλάχιστον μέτρα σε σχέση με την πρότερη κατάσταση, επέφερε διάφορες αλλαγές στα κυριότερα ενδιαιτήματα και επιπτώσεις στην πανίδα και χλωρίδα της περιοχής. Τα τελευταία 30 χρόνια, πραγματοποιήθηκαν στην περιοχή διάφορα εθνικά ή και ευρωπαϊκά ερευνητικά προγράμματα με τη συμμετοχή σημαντικών επιστημόνων σε θέματα σχετικά με την πανίδα και χλωρίδα της περιοχής, διαχείριση νερού, πρόσχωση της λίμνης από φερτές ύλες κλπ και τις πιθανές επιπτώσεις στα οικοσυστήματα και στους οργανισμούς που διαβιούν σε αυτά.

Καλαμώνες
Οι καλαμώνες αποτελούνται κυρίως από καλάμια (Phragmites australis), ψαθιά (Typha sp.) και το είδος Scirpus lacustris. Το 1981 κάλυπταν μία έκταση περίπου 10.000 στρεμμάτων σε υψόμετρο από 29,5 ως 31 m. Ο ετήσιος χρόνος κατάκλισης ήταν 200-310 ημέρες (1980-1991) και το μέγιστο βάθος στο οποίο φύονταν ήταν 3,2 m, ενώ το μέσο βάθος κατά τη διάρκεια των 2 μηνών με το μέγιστο υψόμετρο νερού το καλοκαίρι, ήταν 2,8 m. Το 1984, δύο έτη μετά τη λειτουργία του νέου φράγματος και τις νέες υδρολογικές συνθήκες που δημιουργήθηκαν, οι καλαμώνες εξαφανίσθηκαν. Παρέμειναν μικρές ομάδες σε διάφορα σημεία της λίμνης και κυρίως στο στόμιο του ποταμού και στο βορειοανατολικό τμήμα της λίμνης, οι οποίες μετά από λίγα χρόνια εξαφανίσθηκαν τελείως. Σήμερα, υπάρχουν μικρές ομάδες καλαμώνων κατά θέσεις στη βόρεια ακτογραμμή της λίμνης και στο νοτιοδυτικό τμήμα της (στην περιοχή του Κορυφουδίου). Οι καλαμώνες στην Κερκίνη δεν επανέκαμψαν, εξαιτίας της μεγάλης διακύμανσης της στάθμης του νερού στη διάρκεια του έτους και της βόσκησης στις περιοχές που αποκαλύπτονται.

Νούφαρα
Με την παλιά υδρολογική κατάσταση (πριν από τη λειτουργία του νέου φράγματος το 1982), στο βορειοδυτικό άκρο της λίμνης υπήρχαν λίγα νούφαρα (Nymphaea alba) ανάμεσα στους καλαμώνες σε υψόμετρο από 30,4 έως 31,5 m. Τα νούφαρα ευνοήθηκαν με τις νέες συνθήκες και το 1984 κάλυπταν έκταση περίπου 2.500 στρεμμάτων. Στη συνέχεια αυξήθηκαν με βραδύτερους ρυθμούς για να φθάσουν το 1990 να καταλαμβάνουν έκταση περίπου 3.300 στρεμμάτων.
Μετά το 1991, η έκταση που κατελάμβαναν άρχισε να μειώνεται για να φθάσει τα 480 στρέμματα περίπου το 1996, λιγότερα από 100 στρέμματα το 2002, λιγότερα από 5 στρέμματα το 2003 και τελικά να εξαφανιστούν.
Η μείωση αυτή οφείλεται: 
στην ύψωση κατά 0,5 m της μέγιστης στάθμης της λίμνης το 1991 (από υψόμετρο 35,5 m περίπου σε υψόμετρο 36 m περίπου). 
στο γεγονός ότι η στάθμη του νερού διατηρείται πλέον σε υψηλότερα επίπεδα, καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου αύξησης των φυτών σε σχέση με την πριν το 1990 περίοδο, με αποτέλεσμα να επιβραδύνεται η αύξηση των φυτών. 
στις μεγάλες και απότομες αυξήσεις της στάθμης, κυρίως την άνοιξη, λόγω μεγάλης παροχής του ποταμού, με αποτέλεσμα τα φυτά να μη μπορούν να ακολουθήσουν την αύξηση αυτή.
Παρόμοια ήταν και η εξέλιξη άλλων υδρόβιων μακρόφυτων όπως του Polygonum amphibium που κατελάμβανε επίσης μεγάλες εκτάσεις στην περιοχή του δέλτα του ποταμού και στο δυτικό τμήμα.

Παραποτάμιο δάσος
Το παραποτάμιο δάσος αποτελείται από λευκή ιτιά (Salix alba), ιτιά τριστήμονη (Salix triandra) και υβρίδια ιτιάς (Salix sp). Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1980 υπήρχαν επίσης μεμονωμένα δένδρα από λευκή λεύκη (Populus alba), αρμυρίκι (Tamarix sp.), φράξο (Fraxinus sp.) και εκτεταμένες συστάδες του είδους Amorpha fruticosa. Το τελευταίο, είναι θάμνος που έχει εισαχθεί στην Ευρώπη από τη Νότια Αμερική και έχει εξαπλωθεί κατά μήκος των ποταμών.
Μεταξύ του 1980 και 1990 η έκταση του δάσους μειώθηκε από 6.700 στρέμματα σε 3.500 στρέμματα. Από το 1991 μέχρι το 2000, η έκταση που καταλάμβανε το δάσος μειώθηκε επιπλέον κατά 50% περίπου και η μείωση αυτή συνεχίστηκε και τα επόμενα έτη. Δημιουργήθηκαν μεγάλα διάκενα και ολόκληρα τμήματα δάσους εξαφανίστηκαν. Το είδος που επηρεάστηκε πρώτα ήταν η Amorpha fruticosa η οποία σχεδόν εξαφανίστηκε από τη λίμνη (διατηρήθηκαν μεμονωμένα άτομα σε υψηλότερες περιοχές). Στη συνέχεια ακολούθησαν οι ιτιές. Η περίοδος κατάκλυσης του δάσους στη διάρκεια του έτους, ποικίλλει από 50 έως 190 ημέρες ανάλογα με το υψόμετρο.
Η κατάσταση επιδεινώθηκε από το γεγονός ότι δεν υπάρχει φυσική αναγέννηση του δάσους. Αυτό οφείλεται αφενός στην κατάκλυση του εδάφους από το νερό (στα χαμηλότερα υψόμετρα) και αφετέρου στην πίεση από βόσκηση που υφίσταται η περιοχή λόγω της μείωσης των διαθέσιμων βοσκοτόπων (στα μεγαλύτερα υψόμετρα).
Το παραποτάμιο δάσος βρισκόταν σε υψόμετρο από 31,4 έως 34,7 m πριν τη λειτουργία του νέου φράγματος. Οι περιοχές αυτές κατακλύζονταν μέχρι το υψόμετρο των 32,4 m. Η μέγιστη διάρκεια της κατάκλυσης ήταν 99 ημέρες με μέσο βάθος νερού τα 90 cm για τους 2 μήνες της μέγιστης κατάκλυσης. Με τις νέες συνθήκες, το δάσος περιορίστηκε σε υψόμετρο από 32,5 έως 34,7 m τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του νέου φράγματος. Με την πάροδο του χρόνου η έκταση που κατελάμβανε το δάσος μειώθηκε ακόμα περισσότερο καθώς επίσης και τα όρια μέσα στα οποία εξαπλώνεται. Στα τέλη της δεκαετίας του ‘90, το παραποτάμιο δάσος εξαπλωνόταν από το υψόμετρο 33,0 m περίπου μέχρι το  υψόμετρο 34,7 m περίπου. Η μέση διάρκεια κατάκλυσης μέχρι το 1991 ήταν 191 ημέρες με μέσο βάθος νερού τα 3,1 m, στο τέλος της άνοιξης. Μετά το 1991 αυξήθηκε το μέσο βάθος και η μέση διάρκεια κατάκλυσης με αποτέλεσμα την επιτάχυνση του ρυθμού υποβάθμισης του δάσους και τη διάνοιξη μεγάλων διάκενων καθώς επίσης και τη μείωση της πυκνότητάς του εξαιτίας της ξήρανσης των κατώτερων κλαδιών, των χαμηλότερων δένδρων και θάμνων.

Λιβάδια
Πριν το 1982 τα λιβάδια κάλυπταν εκτάσεις που βρίσκονταν σε υψόμετρο από 29,5 ως 35,5 m (οι περιοχές μεταξύ των υψομέτρων 29,5 και 32,7 m κατακλύζονταν). Με τη νέα κατάσταση περιορίζονται σε ένα ελάχιστο υψόμετρο 31,2 m. Όλες οι περιοχές κατακλύζονται την άνοιξη με αποτέλεσμα να μην είναι διαθέσιμες για τροφοληψία και φωλεοποίηση.

Νησίδες
Πριν το 1982 υπήρχαν πολλές νησίδες σε διάφορα σημεία της λίμνης οι οποίες δεν κατακλύζονταν την άνοιξη (ακόμα και στα νοτιότερα τμήματα της λίμνης κοντά στον Λιθότοπο). Με τις νέες υδρολογικές συνθήκες, όλες οι νησίδες κατακλύζονται (οι περισσότερες τον Μάρτιο–Απρίλιο) και δεν είναι διαθέσιμες για φωλεοποίηση ή για ανάπαυση των πουλιών.

Παλιά κοίτη Στρυμόνα
Ταυτόχρονα με την λειτουργία του νέου φράγματος έγινε εκτροπή της κοίτης του ποταμού σε νέα θέση καθώς επίσης και εγκιβωτισμός της κοίτης του. Κατά τη διάρκεια των εργασιών αυτών, δύο φορές καταστράφηκαν αποικίες πουλιών που υπήρχαν στην παλιά κοίτη. Υπήρχαν νησίδες και δασύλλια τα οποία ήταν απροσπέλαστα και αποτελούσαν καταφύγιο για πουλιά και θηλαστικά όχι μόνο κατά την περίοδο της αναπαραγωγής αλλά και τις άλλες εποχές του έτους.
Η παλιά κοίτη του ποταμού αποτελούσε την κύρια περιοχή αναπαραγωγής του γουλιανού και της τούρνας λόγω των κατάλληλων ενδιαιτημάτων που υπήρχαν στην περιοχή αυτή. Μετά την εκτροπή του ποταμού και τον εγκιβωτισμό του, οι περιοχές αυτές χάθηκαν με άμεσες επιπτώσεις στους πληθυσμούς των ειδών αυτών.

Επιπτώσεις στην πανίδα
Επιδράσεις στα ψάρια
Με τη λειτουργία του νέου φράγματος και τα παράλληλα έργα που έγιναν (εκτροπή της κοίτης του ποταμού και διευθέτησή του), επήλθαν αξιόλογες αλλαγές στη σύνθεση των ειδών των ψαριών.
Η αλιευτική παραγωγή αυξήθηκε τα πρώτα τρία έτη λειτουργίας του νέου φράγματος, για να ακολουθήσει μείωση σε επίπεδα κατώτερα ακόμη και αυτών πριν το 1982.
Το χέλι εξαφανίσθηκε από τη λίμνη λίγα έτη μετά τη λειτουργία του νέου φράγματος, γιατί δεν μπορούσε πλέον να περάσει το νέο υψηλότερο φράγμα. Με τη μείωση των περιοχών αναπαραγωγής των λοιπών αρπακτικών ψαριών (τούρνα, γουλιανός, πέρκα) που προκλήθηκε από την εκτροπή του ποταμού αλλά και λόγω της υπεραλίευσης, οι πληθυσμοί των ειδών αυτών σχεδόν εξαφανίστηκαν. Αυτό σήμαινε ότι για τα ψάρια δεν υπήρχαν άλλοι θηρευτές παρά μόνο τα ψαροφάγα πουλιά. Έτσι  ευνοήθηκε η ανάπτυξη ειδών με μικρή εμπορική αξία όπως σίρκο, πεταλούδα, ηλιόψαρο και τσιρώνι. Τα είδη αυτά ευνοήθηκαν επίσης από την ανάπτυξη, τα πρώτα χρόνια, των νούφαρων στο βορειοδυτικό άκρο της λίμνης και των υδρόβιων μακρόφυτων στην παλιά κοίτη του ποταμού ως αποτέλεσμα της ανόδου της στάθμης του νερού. Οι περιοχές αυτές αποτελούσαν πεδία αναπαραγωγής για τα ψάρια και καταφύγιο για τα νεαρά ιχθύδια.
Η μείωση του γριβαδιού που παρατηρείται τα τελευταία είκοσι χρόνια, οφείλεται κατά κύριο λόγο στη λαθραλιεία και την υπεραλίευση η οποία είχε ως αποτέλεσμα την αφαίρεση των μεγάλων σε μέγεθος ψαριών δηλαδή του αναπαραγωγικού πληθυσμού, αλλά πιθανώς και στη μείωση των περιοχών αναπαραγωγής του. Το γριβάδι χρειάζεται για την αναπαραγωγή περιοχές με βάθος νερού 10-20 cm, στις οποίες να έχει αναπτυχθεί βλάστηση. Οι περιοχές αυτές πιθανώς μειώνονται την περίοδο της άνοιξης, είτε λόγω αύξησης της στάθμης του νερού, είτε λόγω υπερβόσκησης με αποτέλεσμα να μην υπάρχει η κατάλληλη βλάστηση στην οποία να μπορούν να προσκολληθούν τα αβγά των γριβαδιών. Η κατάσταση φαίνεται να αλλάζει τα τελευταία έτη με τη μείωση της λαθραλιείας αλλά είναι πολύ νωρίς ακόμη για να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα.
Ο μεγάλος αριθμός ψαροφάγων πουλιών που απαντώνται στον υγρότοπο όλες τις εποχές του έτους, όπως πελεκάνοι κορμοράνοι, ερωδιοί κλπ, δείχνει τη μεγάλη παραγωγικότητα της λίμνης σε ψάρια. Παρόλο το μεγάλο αριθμό όλων αυτών των ειδών, η παρουσία τους και μόνο φανερώνει ότι η λίμνη μπορεί να υποστηρίξει αυτούς τους αριθμούς, άλλως θα είχαν φύγει. Από έρευνες που έχουν γίνει στην Κερκίνη και σε άλλους υγρότοπους στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες, φαίνεται ότι σε μεγάλες λίμνες όπως η Κερκίνη, οι πληθυσμοί των ψαροφάγων πουλιών δεν επιδρούν αρνητικά στους ιχθυοπληθυσμούς. Επιπλέον, και αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό, η επίπτωση στους πληθυσμούς των εμπορικά σημαντικών ψαριών όπως το γριβάδι είναι αμελητέα, στην Κερκίνη για παράδειγμα το γριβάδι αποτελούσε λιγότερο από 3% της δίαιτας του κορμοράνου με το σίρκο να αντιπροσωπεύεται σε ποσοστό μεγαλύτερο του 75%. Αντίθετα, σε μικρά ρέματα, μικρές λίμνες, ιχθυοτροφεία και γενικά σε μικρής έκτασης υδάτινες περιοχές, η επίπτωση μπορεί να είναι πολύ σημαντική και να οδηγήσει σε αφανισμό τους ιχθυοπληθυσμούς χωρίς τη λήψη κατάλληλων μέτρων.

Επιδράσεις στα πουλιά - τάσεις των πληθυσμών
Φωλιάζοντα
Πριν το 1982, τα περισσότερα είδη φώλιαζαν κυρίως στους καλαμώνες και σε μικρότερο βαθμό σε δένδρα ή θάμνους. Μετά τη λειτουργία του νέου φράγματος και την εξαφάνιση των καλαμώνων, όλα τα είδη που φώλιαζαν εκεί μετακινήθηκαν στα δένδρα του παραποτάμιου δάσους σε μία ή περισσότερες αποικίες ανάλογα με το έτος.
Διακρίνονται πέντε ομάδες φωλεαζόντων ειδών πουλιών ανάλογα με την ανταπόκρισή τους στις αλλαγές των υδρολογικών συνθηκών της περιοχής για την περίοδο 1982-1991 και μετέπειτα.
α.  Η πρώτη περιλαμβάνει είδη τα οποία δεν φώλιαζαν πριν το 1982 και άρχισαν να φωλιάζουν την περίοδο 1982-1991. Τέτοια είδη είναι: ο κορμοράνος, ο καστανοκέφαλος γλάρος (Chroicocephalus ridibundus), ο ασημόγλαρος (Larus michahellis), ο αργυροτσικνιάς. Με εξαίρεση το πρώτο είδος, τα υπόλοιπα φωλιάζουν σε ελάχιστους αριθμούς και ακανόνιστα χρονικά διαστήματα. Ο αριθμός των φωλεαζόντων ατόμων του κορμοράνου  αυξήθηκε με γρήγορους ρυθμούς κάθε έτος με αποτέλεσμα οι αποικίες των κορμοράνων στην Κερκίνη να είναι οι σημαντικότερες και πολυπληθέστερες στην Ελλάδα και στα νότια Βαλκάνια.
β. Η δεύτερη περιλαμβάνει είδη τα οποία φώλιαζαν και πριν το 1982 και ο αριθμός τους αυξήθηκε την περίοδο 1982-1991. Τέτοια είδη είναι: ο λευκοτσικνιάς, ο νυχτοκόρακας, ο σταχτοτσικνιάς, η λαγγόνα, το σκουφοβουτηχτάρι (Podiceps cristatus), το νανοβουτηχτάρι (Tachybaptus ruficollis), το μαυρογλάρονο (Chlidonias niger) και το μουστακογλάρονο (Chlidonias hybrida). Τα παραπάνω είδη αυξήθηκαν σε αριθμό φωλεαζόντων ατόμων και σταθεροποιήθηκαν σε σχετικά μεγάλους αριθμούς τη δεκαετία του ΄90, και στη συνέχεια (με εξαίρεση το σκουφοβουρηχτάρι), μειώθηκαν σημαντικά οι πληθυσμοί τους ακολουθώντας τη μείωση των διαθέσιμων θέσεων φωλεοποίησης στο παραποτάμιο δάσος.
γ.  Η τρίτη περιλαμβάνει είδη τα οποία φώλιαζαν πριν το 1982 και οι αριθμοί τους μειώθηκαν την περίοδο 1982-1991. Τέτοια είδη είναι: ο κρυπτοτσικνιάς, η χαλκόκοττα, ο πορφυροτσικνιάς και η σταχτόχηνα  (Anser anser). Οι πληθυσμοί των παραπάνω ειδών σταθεροποιήθηκαν σε νέα χαμηλότερα επίπεδα τη δεκαετία του ΄90. Στη συνέχεια οι πληθυσμοί τους μειώθηκαν ακόμη πιο πολύ. Η χαλκόκοτα δεν φωλιάζει πλέον κάθε χρόνο, ενώ η σταχτόχηνα μετά από μία μεγάλη περίοδο που δεν φώλιαζε άρχισε πλέον να φωλιάζει σε πολύ μικρούς αριθμούς στα τέλη της δεκαετίας του 2000.
δ.  Η τέταρτη περιλαμβάνει είδη τα οποία δεν μπορούσαν να περιληφθούν σε καμία από τις παραπάνω ομάδες, γιατί δεν είχαν κάποια σαφή τάση αύξησης ή μείωσης τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο ώστε να περιληφθούν στις παραπάνω ομάδες. Τέτοια είδη είναι: η χουλιαρομύτα, το ποταμογλάρονο (Sterna hirundo) και ο μικροτσικνιάς (Ixobrychus minutus). Μετά το 1991, οι πληθυσμοί της χουλιαρομύτας ανέκαμψαν, ενώ αντίθετα οι πληθυσμοί των άλλων δύο ειδών μειώθηκαν ακόμα περισσότερο.
ε. Τέλος, η πέμπτη περιλαμβάνει είδη τα οποία δεν φωλιάζουν πλέον στην περιοχή μετά την αλλαγή της υδρολογικής κατάστασης. Τέτοια είδη είναι: καλαμοτριλιστής (Locustella luscinioides), ο καλαμόκιρκος (Circus aeruginosus) (τα οποία φώλιαζαν στους εκτεταμένους καλαμώνες οι οποίοι εξαφανίσθηκαν), το νεροχελίδονο (Glareola pratincola), ο καλαμοκανάς (Himantopus himantopus), (τα οποία φώλιαζαν στα υγρολίβαδα της περιοχής).

Συμπερασματικά, με τη νέα υδρολογική κατάσταση, τα ψαροφάγα είδη πουλιών και κυρίως αυτά που καταδύονται (κορμοράνοι, βουτηχτάρες) και προτιμούν βαθιά νερά, ευνοήθηκαν άμεσα από την αύξηση των πληθυσμών ορισμένων ειδών ψαριών.
Πριν το 1982 τα περισσότερα από τα είδη φώλιαζαν στους καλαμώνες και σε μικρότερο βαθμό στα δένδρα. Μετά το 1982 άρχισαν να φωλιάζουν στα δένδρα σε μία ή περισσότερες αποικίες.

Διαχειμάζοντα
Από τα διαχειμάζοντα είδη πουλιών στην Κερκίνη, τα ψαροφάγα φαίνεται ότι ευνοήθηκαν από τις αλλαγές που έγιναν στον υγρότοπο με τη λειτουργία του νέου φράγματος. Αυτό οφείλεται στην αύξηση των πληθυσμών ορισμένων ειδών ψαριών (σίρκο, τσιρώνι), και στην ύπαρξη κατάλληλων θέσεων για διανυκτέρευση (η διαθεσιμότητα τέτοιων θέσεων εξαρτάται αποκλειστικά από το επίπεδο της στάθμης του νερού την κατάλληλη εποχή, διότι υψηλότερη ή χαμηλότερη στάθμη οδηγεί σε μείωση των θέσεων αυτών).
Είδη όπως το κιρκίρι (Anas crecca) και η πρασινοκέφαλη πάπια (Anas platyrhynchos) μειώθηκαν πολύ κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Για τα παραπάνω είδη, το άριστο βάθος νερού στο οποίο τρέφονται είναι τα 15-25 cm. Οι εκτάσεις με αυτό το βάθος νερού έχουν μειωθεί μετά τη λειτουργία του νέου φράγματος καθώς επίσης και οι περιοχές με υδρόβια βλάστηση όπως του είδους Paspalum sp.
Άλλα είδη που οι αριθμοί τους μειώθηκαν κατά τη χειμερινή περίοδο είναι ορισμένα παρυδάτια είδη, όπως η λιμόζα (Limosa limosa), η λασποσκαλίδρα (Calidris alpina) και η αβοκέττα (Recurvirostra avosetta).
Κατά τη διάρκεια της μετανάστευσης (άνοιξη και φθινόπωρο), παρατηρούνται συνήθως μεγαλύτερες συγκεντρώσεις από πολλά είδη (παρυδάτια, υδρόβια κλπ). Μεγάλο ρόλο παίζει η στάθμη του νερού τις περιόδους αυτές καθώς από τη στάθμη εξαρτάται η ύπαρξη ή όχι των κατάλληλων ενδιαιτημάτων διατροφής των πουλιών, δηλαδή περιοχών με ρηχά νερά.

Διαχρονική εξέλιξη των αποικιών των πουλιών  
Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ‘80 οι αποικίες των πουλιών, βρίσκονταν σε διάφορες θέσεις της λίμνης σε καλαμώνες και σε δένδρα ή θάμνους. Η πρώτη αποικία που εντοπίσθηκε μετά τη λειτουργία του νέου φράγματος, ήταν το 1986 και βρισκόταν στο κέντρο περίπου του παραποτάμιου δάσους μεταξύ της παλιάς και της νέας κοίτης του ποταμού. Οι φωλιές ήταν κυρίως σε δένδρα και θάμνους ιτιάς (Salix alba και Salix pentandra) καθώς επίσης και σε θάμνους του είδους Amorpha fruticosa. Στα δένδρα της Salix alba φώλιαζαν κυρίως οι κορμοράνοι, ενώ στα άλλα δένδρα και θάμνους τα υπόλοιπα είδη. Το μέσο υψόμετρο της αποικίας ήταν 32,80 m. Η αποικία αυτή ήταν ενεργή μέχρι το 1988. Το φθινόπωρο του έτους αυτού περίοικοι έκοψαν τα μεγάλα δένδρα της αποικίας. Ταυτόχρονα, στην ίδια περιοχή, μεγάλες επιφάνειες δάσους με χαμηλά δένδρα και θάμνους κυρίως από Amorpha fruticosa και ιτιές ξεράθηκαν και άνοιξαν διάκενα με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν διαθέσιμες θέσεις φωλεοποίησης και για τα υπόλοιπα είδη πουλιών.  Την επόμενη χρονιά δε φώλιασαν πουλιά στη θέση αυτή.
Η αποικία μετοίκησε σε άλλη θέση δίπλα στην παλιά κοίτη του ποταμού (δυτικά της παλιάς κοίτης) στην οποία από το 1987 είχαν αρχίσει ορισμένα είδη να φωλιάζουν. Το μέσο υψόμετρο της νέας αποικίας ήταν 32,70 m (ελάχιστο 32,60 m, μέγιστο 32,80 m).
Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 (1993 και μετά), άτομα ορισμένων ειδών άρχισαν να φωλιάζουν σε μία θέση δίπλα στην νέα κοίτη του ποταμού (στη δυτική όχθη της κοίτης). Τελικά στη θέση αυτή δημιουργήθηκε η νέα αποικία μετά τη νέκρωση των δένδρων της αποικίας της παλιάς κοίτης του ποταμού. Το μέσο υψόμετρο της νέας αποικίας είναι περίπου 33,50 m (εύρος 33,00 - 34,00 m). Στη θέση αυτή βρίσκεται σήμερα η κύρια αποικία των πουλιών στην περιοχή της λίμνης Κερκίνης αλλά οι πληθυσμοί των αναπαραγόμενων ειδών είναι κατά πολύ μικρότεροι. 
Από το 1996, άτομα ορισμένων ειδών άρχισαν να φωλιάζουν σε μία νέα θέση βορειότερα της προηγούμενης, δίπλα στην κοίτη του ποταμού (στην ανατολική όχθη). Η αποικία αυτή ήταν ενεργή για μόνο δύο έτη. Οι κορμοράνοι άρχισαν να εξαπλώνονται σε όλο το δάσος και πρακτικά πλέον φωλιάζουν στο μεγαλύτερο τμήμα του ενώ τα υπόλοιπα είδη έχουν περιορισθεί σε δύο θέσεις στη δυτική και ανατολική όχθη του ποταμού, στις οποίες υπάρχει ακόμα σχετικά πυκνή βλάστηση. Οι πληθυσμοί όλων των ειδών με εξαίρεση τους κορμοράνους και τα σκουφοβουτηχτάρια έχουν μειωθεί λόγω της μείωσης των διαθέσιμων θέσεων φωλεοποίησης.
 Τα είδη και τα άτομα που εγκαθίστανται για πρώτη φορά σε μία νέα αποικία είναι κυρίως  άτομα τα οποία είτε έχασαν την φωλιά τους λόγω κατάκλυσης από το νερό και ξεκίνησαν να κατασκευάζουν δεύτερη φωλιά, είτε άτομα τα οποία έφθασαν αργά στην περιοχή και αναγκάστηκαν να φωλιάσουν στις θέσεις που έμειναν διαθέσιμες, οι οποίες κατά κανόνα είναι οι λιγότερο κατάλληλες.
Στην περιοχή με τα νούφαρα (στα φύλλα των νούφαρων), φώλιαζαν δύο είδη γλαρονιών, το μουστακογλάρονο (Chlidonias hybridus) και το μαυρογλάρονο (Chlidonias niger). Ο αριθμός των αναπαραγόμενων ζευγαριών και για τα δύο είδη ήταν αξιόλογος (μέχρι 250 ζευγάρια μουστακογλάρονα, μέχρι 50 ζευγάρια μαυρογλάρονα). Τα τελευταία χρόνια όμως οι αριθμοί αυτοί μειώθηκαν ακολουθώντας τη μείωση της έκτασης που καταλάμβαναν τα νούφαρα και μετακινήθηκαν σε άλλες περιοχές στη λίμνη, κυρίως στα ανατολικά
Από το 2009 εντοπίστηκαν φωλιές από μαυροβουτηχτάρια ο πληθυσμός των οποίων το 2011 ανήλθε σε 72 ζευγάρια. Για το είδος, αυτό υπήρχαν ενδείξεις ότι μπορεί να φώλιαζε από τη δεκαετία του ’90, αλλά ποτέ δεν είχε παρατηρηθεί να φωλιάζει.
Ο σταχτοτσικνιάς εξακολουθεί να φωλιάζει σε μικρούς αριθμούς στο παραποτάμιο δάσος στις μικτές αποικίες και κυρίως στην περιοχή Λιμνοχωρίου σε φυτείες λεύκης. Η αποικία του Λιμνοχωρίου έχει αλλάξει αρκετές φορές θέση τα τελευταία 30 έτη λόγω υλοτομίας των φυτειών λεύκης. 
Ο αναπαραγόμενος πληθυσμός του ποταμογλάρονου, το οποίο φωλιάζει στο έδαφος σε νησίδες του ποταμού, μειώθηκε επίσης εξαιτίας της μείωσης των διαθέσιμων περιοχών αναπαραγωγής την άνοιξη (κατάκλυση νησίδων).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου